Δωρεάν μεταφορικά για αγορές από 19 € εντός Ελλάδας.
Παραλαβή από θυρίδα που σε εξυπηρετεί, όλο το 24ωρο και χωρίς αναμονή.
Σε περίπτωση μη έγκαιρης παραλαβής, το δέμα επιστρέφεται στη θυρίδα που τοποθετήθηκε από τον πωλητή.
Για αποστολές προς Κύπρο, το μέγιστο βάρος ανά αποστολή είναι 6 κιλά. Στην περίπτωση που το βάρος ξεπερνάει το όριο, θα δημιουργηθούν περισσότερα από ένα δέματα.
Σταθερό κόστος αποστολής ανά δέμα.
Ελάχιστη παραγγελία €3.
Ο τρόπος αυτός αποστολής ισχύει μόνο για αγορές από 5 €.
Χέρι με χέρι
Μόνο αν μένετε Νέα Σμύρνη, Π.Φάληρο, Καλλιθέα.
Ο τρόπος αυτός αποστολής ισχύει μόνο για αγορές από 5 €.
ΕΛΤΑ
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές από 30 € εντός Ελλάδας.
Για αποστολές εντός Ελλάδας γίνεται παραλαβή από υποκατάστημα ΕΛΤΑ.
Οι αποστολές γίνονται μία φορά την εβδομάδα. Σας ενημερώνω όταν δίνετε την παραγγελία.
Τιμολόγιο ΕΛΤΑ για δέματα εσωτερικού: €3 το 1 κιλό. Ανώ του ενός κιλού +€0,5 ανά κιλό.
Ο τρόπος αυτός αποστολής ισχύει μόνο για αγορές από 5 €.
Το μυθιστόρημα είναι η αφήγηση ενός Σουδανού που δεν κατονομάζεται και σπούδασε στην Αγγλία. Όταν γυρίζει στην πατρίδα συναντά έναν περίεργο, μυστηριώδη τύπο, τον Μουσταφά Σαΐντ. Με τον καιρό τον γνωρίζει καλύτερα και μαθαίνει για την πολυτάραχη ζωή του. Είχε σπουδάσει κι εκείνος στην Αγγλία όπου διέπρεψε, οδήγησε πολλές γυναίκες στο κρεβάτι του και στον θάνατο (όχι όλες από το χέρι του) και γύρισε κι εκείνος στην πατρίδα, στο χωριό του αφηγητή, για να περάσει ήσυχα τα τελευταία του χρόνια. Όταν πεθαίνει με μυστήριο τρόπο, αφήνει τον αφηγητή προστάτη της οικογένειάς του.
Το βιβλίο δε μιλά τόσο για την ιστορία της χώρας που διανύει σήμερα τον τρίτο της εμφύλιο, όσο για την αποικιοκρατία. Μια από τις πολλές αποικίες του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν και το Σουδάν. Όσοι Σουδανοί μπορούσαν κι είχαν έφεση στα γράμματα πήγαν να σπουδάσουν στην Αγγλία. Ένας απ' αυτούς είναι κι ο Μουσταφά Σαΐντ, που θα έλεγε κανείς ότι προσπάθησε με τη δράση του να εκδικηθεί τους αποικιοκράτες στην έδρα τους και μάλλον τα κατάφερε, τουλάχιστον τις γυναίκες που πάντα την πληρώνουν, όπως και στην πατρίδα του.
Ένα περίεργο και δύσκολο βιβλίο που πολύ εύκολα σε πετάει έξω. Ο αφηγητής, ένας άντρας σε τερματικό στάδιο ασθένειας που περιμένει το τέλος, αφηγείται πράγματα και διαλεκτικά κυρίως πάθη της ζωής του που δε θέλει να χαθούν. Μιλά για τη μελέτη που ήθελε να γράψει και δεν πρόλαβε με θέμα τα μηχανικά πιάνα, γνωστά κι ως πιανόλες, που έκαναν την εμφάνισή τους τέλη 19ου-αρχές 20ού και τα θεωρεί πρόδρομο των υπολογιστών και, γιατί όχι, της Άλφα Ιώτα (τεχνητής νοημοσύνης που λέμε και στο χωριό). Απλά ο συγγραφέας πέθανε το 1998 και δεν πρόλαβε να τη γνωρίσει.
Μιλά για το πώς μ' αυτά ο καθένας μπορούσε να παίξει πιάνο και ν' αντιπαρατεθεί με κορυφαίους πιανίστες χωρίς να έχει κάνει μαθήματα. Μιλά για τη μαζική παραγωγή κι εκβιομηχάνιση του έργου τέχνης και πώς αυτή αφαιρεί από την αξία του. Αναφέρεται σε φιλοσόφους όπως ο Πλάτων, ο Μπένγιαμιν κι άλλους λιγότερο γνωστούς στην Ελλάδα, στον Τολστόι, τον Τόμας Μπέρνχαρτ και τον πιανίστα Γκλεν Γκουλντ. Κι όλο αυτό το κάνει μ' έναν τελείως προφορικό τρόπο, σαν να μιλάει σε κάποιον ή ακόμα και στ@ αναγνώστ@. Βάζει λίγες τελείες, αλλά ευτυχώς περισσότερες απ' τον περσινό νομπελίστα Λάσλο Κρασναχορκάι. Αυτό που δεν έχει καθόλου το βιβλίο είναι διαστήματα παραγράφου ούτε καν στην αρχή. Όλες οι 102 σελίδες του κειμένου είναι μία παράγραφος! Μοιάζει με δοκίμιο, αλλά δεν είναι καθαρά και πρέπει να είναι αυτοβιογραφικό σ' ένα βαθμό. Πολύ κατατοπιστικά η εισαγωγή κι ο επίλογος. Κάποια βιβλία δεν μπορούν να εκδοθούν και να γίνουν κατανοητά χωρίς ανάλυση.
Ο Μάρτιν είναι ένα ορφανό αγόρι 11 χρονών που έχει επιβιώσει από απίστευτη βία. Έχει βρει παρηγοριά σ' έναν μαύρο κόκορα κι αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο το μοχθηρό χωριό στο οποίο κατοικεί τον θεωρεί γρουσούζη και διαβολικό. Παίζει ρόλο που όλα αυτά γίνονται τον Μεσαίωνα. Ένας ζωγράφος έρχεται στο χωριό να ζωγραφίσει μια εικόνα για την εκκλησία, κι όταν φεύγει ο Μάρτιν πηγαίνει μαζί του. Οι καιροί, όμως, είναι δύσκολοι --λιμός, πόλεμος-- κι οι δρόμοι τους κάποια στιγμή χωρίζουν.
Όταν το αγόρι γίνεται μάρτυρας της απαγωγής ενός κοριτσιού και μαθαίνει ότι το φαινόμενο συμβαίνει συχνά, αποφασίζει να διαλευκάνει το μυστήριο και να σώσει τα παιδιά. Η αναζήτησή του θα τον φέρει σ' ένα άλλο περίεργο χωριό έξω από ένα κάστρο με μια αυταρχική ηγεμόνισσα - και χαίρομαι που ο μεταφραστής χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο.
Το βιβλίο είναι ένα πολύ όμορφο μεσαιωνικό παραμύθι με όλη τη βία που έχουν τα παραμύθια κι ο Μεσαίωνας.
Ένα χρόνο μετά το Τσερνόμπιλ η Χάισμιθ φαντάζεται τον πρόεδρο Μπακ Τζόουνς την κυβέρνηση του οποίου ταλανίζει ένα σκάνδαλο εξοπλισμού δύο αντιμαχόμενων πλευρών στη Μέση Ανατολή -- δεν προσδιορίζονται και δεν χρειάζεται, βεβαίως-βεβαίως. Την ημέρα που πρόκειται να καταθέσει για την υπόθεση ο βασικός ύποπτος και μέλος της κυβέρνησης του, βρίσκεται νεκρός. Ίσως να πρόκειται γι' ατύχημα, αλλά ο Πρόεδρος και οι συνεργάτες του θέλουν να παρουσιαστεί ως αυτοκτονία. Η χήρα του έχει αντιρρήσεις. Κανείς, όμως, δεν λογαριάζει την Πρώτη Κυρία, η οποία υπό την επήρεια του αγαπημένου της αλκοόλ αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της κι αρχίζει πυρηνικό πόλεμο με τους Ρώσους, αφού αυτοί φταίνε για όλα (το διήγημα γράφεται πριν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου).
Η Χάισμιθ πέφτει μέσα σε πολλά. Αυτό που δεν μπορούσε να φανταστεί είναι το πόσο ανεκδιήγητο Πρόεδρο μπορούσε να έχει η πρώην υπερδύναμη (για τις ΗΠΑ λέω) και το είδος του σκανδάλου (Επστίν) που θα... οδηγούσε στον πόλεμο. Το διήγημα είναι μια εξαιρετική σάτιρα, που θα μπορούσε να είναι ξεκαρδιστική, αν δεν ήταν τόσο τρομακτική, καθώς εύκολα μπορούν να συμβούν όσα περιγράφει.
Ο Νουρ είναι ένας Παλαιστίνιος πρόσφυγας μέσα στη χώρα του, στη Ραμάλα. Μια φορά τον μήνα βοηθά τη μητέρα ενός φίλου του να τον επισκεφθεί στη φυλακή.
Είναι αρχαιολόγος και διαβάζοντας τα βιβλία του Νταν Μπράουν αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο για τη Μαρία τη Μαγδαληνή και τα παραλειπόμενα της ιστορίας και της θρησκείας. Μια μέρα σ' ένα μαγαζί μεταχειρισμένων αγοράζει ένα παλτό στο οποίο αργότερα βρίσκει την ταυτότητα ενός Ισραηλινού. Τη χρησιμοποιεί για να δουλέψει ως ξεναγός στην Ιερουσαλήμ, την οποία ξέρει κι αγαπά πολύ. Σιγά σιγά φοράει αυτήν την ταυτότητα ως μάσκα η οποία συγκρούεται με την αληθινή του φύση. Προκειμένου να κάνει έρευνα για το μυθιστόρημα θα προκαλέσει την τύχη του, φτάνοντας στα όρια της αποκάλυψης και του κινδύνου. Ποια είναι η πραγματική του ταυτότητα;
Ένας άνδρας σε τερματικό στάδιο μιας ασθένειας, που δεν κατονομάζεται, αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα του, το Μαυροβούνιο, για να πεθάνει. Μπαίνει, λοιπόν, στο τρένο, αλλά προτού φτάσει στον προορισμό του και γι’ ασήμαντη αφορμή, κατεβαίνει και συνεχίζει με τα πόδια. Περιπλανώμενος στο δάσος πέφτει το πρωί πάνω σε δυο κατασκηνωτές κι εκεί χωρίς να συμβεί απολύτως τίποτα μεταξύ τους, εντελώς σπασμωδικά, αρχίζει να τρέχει. Και κάπως έτσι ξεκινά ένα ενστικτώδες, υπαρξιακό κυνηγητό που κανείς δεν ξέρει πού θα οδηγήσει. Οι διώκτες του σύντομα πληθαίνουν κάνοντας δυσανάλογη την απειλή.
Η αφήγηση χωρίζεται σε δύο παράλληλα μέρη, αυτή του ταξιδιώτη σε τρίτο πρόσωπο, κι αυτή του ενός απ’ τους δυο κατασκηνωτές που μιλά όμως εκ μέρους όλων σε πρώτο πρόσωπο. Παρακολουθούμε τις παράλληλες πορείες των δύο μερών και τα συναισθήματα που εναλλάσσονται.
Πρόκειται για ένα πολύ ξεχωριστό κι εντελώς διαφορετικό βιβλίο. Η απουσία μιας τυπικής υπόθεσης μπορεί να ξενίσει τον αναγνώστη, αλλά είναι ένα πνευματικό ταξίδι που αξίζει τον κόπο, κατά τη γνώμη μου.
H ιστορία της μικρής Αγγελίνας στην Αθήνα του μεσοπολέμου. Η μητέρα της καθαρίζει το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Το κορίτσι την ακολουθεί στη δουλειά και, μην έχοντας τι να κάνει, μιλάει με τ' αγάλματα. Αυτά δεν την κοροϊδεύουν για τη δυσμορφία που έχει στο χέρι, όπως κάνουν τ' άλλα παιδιά. Ίσα-ίσα της μοιάζουν. Σύντομα έρχεται ο Β' Παγκόσμιος να σκοτεινιάσει τον κόσμο κι η μητέρα της δεν την παίρνει πια στο μουσείο, ενώ εξακολουθεί να πηγαίνει. Οι μεγάλοι γενικά κάτι της κρύβουν μαζί κι ο καλός της φίλος ο Τίκος.
Το βιβλίο μιλά για την πραγματική ιστορία απόκρυψης των αρχαίων θησαυρών του μουσείου πριν και κατά τη διάρκεια της κατοχής, κάτι που έκαναν αρχαιολόγοι, προσωπικό κι απλοί εθελοντές, για να προφυλάξουν το παρελθόν και την ιστορία μας απ' τον κατακτητή, μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική πράξη αντίστασης.
Ο Τσεχούδος, που του αρέσουν οι πορτοκαλάδες, λαμβάνει ένα γράμμα, το οποίο δεν μπορεί να ανοίξει επειδή είναι μαγικό. Μαζί με την Πέννυ, τον Νούλη και τον Πούκο ψάχνουν τρόπο να το διαβάσουν, γιατί υποψιάζονται ότι θα τους οδηγήσει στον μεγάλο μάγο Τούκο τον Συρταρωτό, που αγνοείται εδώ και μήνες. Οι έρευνες τους θα τους οδηγήσουν στη μάντισσα Στριφέ, που θα τους βοηθήσει να ανοίξουν το γράμμα κι έτσι θα ξεκινήσουν οι περιπέτειες τους. Θα σαλπάρουν με το καράβι Τσεχολλανδός που κυβερνά η καπετάνισσα Μάργον και θα περιπλανηθούν σε άλλους πλανήτες πολεμώντας την σκοτεινή μαγεία που εξαπλώνεται στον κόσμο.
Ένα βιβλίο για τη δύναμη της φιλίας και τη μουσική που είναι ο φορέας της μαγείας στο βιβλίο, κάτι που θεώρησα αρκετά πρωτότυπο, αν και δεν έχω διαβάσει πολλή φαντασία. Κάθε μέλος της παρέας παίζει ένα μουσικό όργανο και μ' αυτό μάχεται όσους θέλουν το κακό του.
Μια συλλογή πολιτικής ποίησης γιατί τι άλλο θα μπορούσε να είναι η ποίηση;
Κοράλλια
Στον βυθό του κόσμου, κείτεται άλλος κόσμος,
δίκαιος, σιωπηλός.
Πόλεμοι δεν ανασαίνουν,
μόνο βλέμματα στοργικά,
που σαν φυγάδες έμπλεξαν πύρινα παλάτια.
Κάποτε, λένε,
από αίμα παιδιών στο πέλαγος σπαρμένων
κοράλλια αμέτρητα ανθίσαν.
Ήμασταν όλοι αμίλητοι,
βροχή σαν έπεφταν οι ψυχές
σε άλλη γη για να ξυπνήσουν.
Μα έγινε η γη αγκαλιά
άλλο να μην υποφέρουν.
Γέλιο παιδιών, όταν ακούς στον πάτο της ελπίδας,
κοράλλια είναι που τραγουδούν
μες στου βυθού τη μνήμη.
- Ιωάννα Θεοχάρη
Ταξίδι
Της προσφυγιάς τ' αγέρι, πικρόγελο λαών.
Δακρύζει περιστέρι ματόβρεχτων θεών.
Θάνατος κι αγωνία, θυμάρι από το χτες.
Στου χρόνου τα σημεία απλώνουνε χοές.
Τη λύτρωση γυρεύουν απ' τ' άπληστο κακό.
Σφαίρες τους σημαδεύουν, κλάμα θρηνητικό.
Η προσφυγιά είν' χειμώνας, μα η ελπίδα επιζεί.
Κι ο πόλεμος θαμώνας, περπατησιά η πεζή.
Λύπης τ' αλισβερίσι, φτώχεια με ρατσισμό.
Θυμίζουν κυπαρίσσι που αναζητάει σασμό.
Η Ειρήνη είν' ελπίδα κι η αλληλεγγύη φως.
Θυμίαμα η αψίδα και τ' άστρο αδερφός.
Τρομακτικές οι εικόνες στης θάλασσας τη γη.
Στα χρόνια, στους αιώνες μια αθάνατη πληγή.
Της Στύγας καλοκαίρι μ' Αιγαίου τα σπαρτά.
Συγκίνησαν ξεφτέρι και μια άπληστη μυρτιά.
Κόσμος των αφεντάδων, του πολέμου οι πνοές.
Πρόσωπα τα μυριάδων μ' άστρων αναπνοές.
Η Ειρήνη μας, πατρίδα, Χώρα σε κάθε γη.
Εφόρεσε χλαμύδα που αγίασε η οργή.
Λαοί μη λησμονάτε της βίας τα κακά.
Όχι, μην πολεμάτε ξανά για αφεντικά.
Αναπνοές γιγάντων οι όψεις των λαών.
Χαμόγελο των κβάντων στο φως των ποιητών.
Μία εκκλησία η πλάση, μια χώρα, μια ψυχή.
Διεκδικεί με βιάση μια νέα εποχή.
Ελπίζουμε σ' ελπίδα, μύρο της θημωνιάς.
Μία ανθρώπινη πυξίδα στιγμών ανασαιμιάς.
Ανασαιμιάς τ' ονείρου για κόσμο ειρηνικό.
Στα πέρατα τ' απείρου ταξίδι μαγικό.
Mια ανθολογία διηγημάτων και ποιημάτων διάφορων λογοτεχνών για το έγκλημα που σημάδεψε τη χώρα από τις Εκδόσεις Εύμαρος.
.
.
.
Οι αθώοι των συρμών
Εμείς που μεγαλώναμε καταμεσής του κάμπου
δεν βλέπαμε στη θάλασσα καράβια να σαλπάρουν
οπότε περιμέναμε ποιο τρένο θα σφυρίξει
κι όταν οι ράγες έτρεμαν, απ' το παγκάκι του σταθμού
αρπάζαμε το πρώτο εξπρές που πέρναγε μπροστά μας
χωρίς το εισιτήριο να γράφει πού πηγαίναμε
το μόνο που μας ένοιαζε, ν' αλλάζουν τα τοπία
μέσα από τούνελ, γέφυρες, σκοτάδι-φως σε τζάμι
το άγνωστο τρυπούσαμε στην άκρη των γκρεμών
όταν σε λίγο νύχτωνε, πιάναμε την ευθεία
το απαλό της λίκνισμα στα σκοτεινά παράθυρα
μαντεύοντας απ' τις σκιές με φωτισμένα μάτια
τη στάση την επόμενη στου γυρισμού το σπίτι
ποτέ δεν φανταστήκαμε σπασμένα τα βαγόνια
εμείς, που ταξιδεύαμε αθώοι των συρμών.
.
.
Γιώργος Δελιόπουλος
.
.
.
Τριγμοί
Κάθε που αναστενάζει η γη
και οι αρμοί της τρίζουν
κάθε που σειέται και σαν ετοιμόγεννη
βογκάει
σεισμός φωνάζουν όλοι
ξεγελιούνται
Αίμα που ρέει είναι πηχτό
φυλακισμένο
στις φλέβες στο κορμί της
κυλάει ποτάμι
την καίει
έχει το χρώμα μιας ανατολής
που δεν ξημέρωσε
μίας του Μάη παπαρούνας
που δεν ήρθε
σπρώχνει το χώμα με βία στο φως
να βγει φωνάζει
Αυτό το αίμα το βαθιά θαμμένο
της θυσίας
δεν λησμονιέται
Στης μνήμης μέσα τους νευρώνες
στου στήθους το ηφαίστειο
κοχλάζει.
.
.
Νίκος Προσκεφαλάς
Ο 18χρονος ντετέκτιβ Χανς είναι αυτιστικός, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να λύνει μυστήρια με τη βοήθεια του πατέρα του, συνταξιούχου αστυνομικού και την παρέα του σκύλου του, Τσοπ στο Ναύπλιο, όπου μένουν. Όταν η υπεύθυνη του τσίρκου "Ο μπλε παπαγάλος" ζητάει τη βοήθειά του για τη διαλεύκανση του θανάτου ενός ακροβάτη, κι αφού η αστυνομία δεν πρόκειται ν' ασχοληθεί σοβαρά, δεν μπορεί παρά να το δεχτεί. Εκεί, λοιπόν, θα γνωρίσει τον ιδιαίτερο κόσμο των τσιρκολάνων και τα πάθη που τον κυβερνούν.
Το βιβλίο θέλει να ευαισθητοποιήσει τον αναγνώστη για τη διαφορετικότητα και τον αυτισμό. Η Μαρίτα έχει εμπειρία στο θέμα και ξέρει τι γράφει. Με κούρασαν λίγο τα συνεχή πήγαιν'-έλα σπίτι-τσίρκο, αλλά το τέλος είναι πολύ γλυκό και σ' ανταμείβει. Ο Χανς καταφέρνει να λύσει τρία μυστήρια αντί για ένα και να ξεπεράσει πολλούς αυτοματισμούς (δεν ξέρω αν είναι η κατάλληλη λέξη) στους οποίους τον σπρώχνει ο αυτισμός.
Ο 18χρονος ντετέκτιβ Χανς είναι αυτιστικός, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να λύνει μυστήρια με τη βοήθεια του πατέρα του, συνταξιούχου αστυνομικού και την παρέα του σκύλου του, Τσοπ στο Ναύπλιο, όπου μένουν. Όταν η υπεύθυνη του τσίρκου "Ο μπλε παπαγάλος" ζητάει τη βοήθειά του για τη διαλεύκανση του θανάτου ενός ακροβάτη, κι αφού η αστυνομία δεν πρόκειται ν' ασχοληθεί σοβαρά, δεν μπορεί παρά να το δεχτεί. Εκεί, λοιπόν, θα γνωρίσει τον ιδιαίτερο κόσμο των τσιρκολάνων και τα πάθη που τον κυβερνούν.
Το βιβλίο θέλει να ευαισθητοποιήσει τον αναγνώστη για τη διαφορετικότητα και τον αυτισμό. Η Μαρίτα έχει εμπειρία στο θέμα και ξέρει τι γράφει. Με κούρασαν λίγο τα συνεχή πήγαιν'-έλα σπίτι-τσίρκο, αλλά το τέλος είναι πολύ γλυκό και σ' ανταμείβει. Ο Χανς καταφέρνει να λύσει τρία μυστήρια αντί για ένα και να ξεπεράσει πολλούς αυτοματισμούς (δεν ξέρω αν είναι η κατάλληλη λέξη) στους οποίους τον σπρώχνει ο αυτισμός.
Η μυρωδιά ενός άδειου πρωινού
φιλοξενεί μια καταιγίδα λέξεων που έχω στο νου.
Θρηνώ, κι ας μην έχεις πάει αλλού,
θρηνώ για τα καμώματα ενός άτακτου θεού.
Θεέ του Έρωτα, τι έχεις κάνει;
Διασκέδασες, αλλά η καρδιά μου χάνει.
Η γοητεία σου έχει ρημάξει καρδιές
--και η δική μου είναι σίγουρα μία--,
αλλά διαλύεις κόσμους, όνειρα, ευχές,
ο κόσμος ζει μια ατέλειωτη Τροία•
δίχως ρεπό.
Θεέ του Έρωτα, πότε θα είναι για σένα, αρκετό;
Θεέ της Αγάπης,
τολμώ να ρωτώ,
μπορείς ήσυχη να με αφήσεις;
Αναγνωρίζω τα τόξα σου,
τα βλέμματα,
τις τυχαίες συναντήσεις•
βασανισμένη η ψυχή, γι' αυτό άλλο μην την τυραννήσεις.
Θεέ του Έρωτα,
την ελπίδα μου, πόσες φορές ακόμα, θα τραυματίσεις;
Αρκετά έχω βιώσει,
από τα χτυπήματά σου δεν έχω γλιτώσει,
Θεέ της Αγάπης, Θεέ του Έρωτα, Θεέ της Λαγνείας, σου ζητώ,
Θεέ της Αγάπης, σε ικετεύω, σε εκλιπαρώ,
τα βέλη σου κράτα για κάποιον πιο δυνατό.
Θεέ του Έρωτα, τι έχεις κάνει;
Διασκέδασες, αλλά η καρδιά μου χάνει.
Ένα πολύ τρυφερό βίβλίο για ένα πολύ σκληρό θέμα.
Παρακολουθούμε μια κοπέλα που πάει για θεραπεία σ' ένα δημόσιο νοσοκομείο και περιμένει στην αίθουσα αναμονής τη σειρά της. Εκεί νιώθει άσχημα, αλλά σύντομα αρχίζει να μιλάει με τις συμπασχουσες κι αυτό τις κάνει όλες να νιώσουν καλύτερα. Την παρακολουθούμε, επίσης, στο χειρουργείο και τον επανέλεγχο. Το έργο, όμως, δεν επικεντρώνεται σε μία γυναίκα, αλλά σε όλες τις διαφορετικές εμπειρίες της ίδιας καταραμένης ασθένειας, πώς την αντιμετωπίζει η καθεμιά καθώς κι η οικογένειά της. Συχνά αυτές οι συμπάσχουσες γίνονται η οικογένειά της.
Μας μιλάει μια οικιακή βοηθός κι από την αρχή του βιβλίου μαθαίνουμε ότι η μικρή κόρη της οικογένειας πέθανε. Θα μας πει τι έγινε, αλλά όχι αμέσως. Θα μας το δώσει στον δικό της ρυθμό, παραθέτοντας κι άλλες πληροφορίες για τη ζωή της και τα επτά χρόνια που πέρασε δουλεύοντας στο συγκεκριμένο σπίτι, γιατί, όπως λέει κι η ίδια "Χωρίς τις παρακάμψεις είναι αδύνατον να αναγνωρίσεις τον κεντρικό δρόμο".
Η πάλη των τάξεων δοσμένη σ' ένα παραγνωρισμένο πεδίο μάχης, το σπίτι. Η σχέση της βοηθού με τη μητέρα, τον πατέρα και τη μικρή, ένας αδέσποτος σκύλος που βάζει στη ζωή της, η μητέρα της.
Η μετάφραση είναι αρκετά καλή, αλλά θα προτιμούσα ο τίτλος να είναι πιο κοντά στον πρωτότυπο, που αναφέρεται σε μια τελετή κάθαρσης της Χιλής.
Ο πρωταγωνιστής μας, ο Οδυσσέας, ζει και σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη. Μισεί τον θείο του, Μέντορα, καθηγητή πανεπιστημίου και δουλεύει στην καντίνα του Τειρεσία μαζί με τον φίλο και συγκάτοικό του, Πολίτη. Μια μέρα μαθαίνει ότι η πρώην του, η Πηνελόπη, έχει επιστρέψει από το Λονδίνο κι αναρωτιέται αν θα την ξαναδεί. Υπάρχει, όμως, κι ο αντίζηλός του, Αντίνοος, που θα κάνει τα πάντα για να το αποτρέψει. Όταν, επιτέλους, εξασφαλίζει την πολυπόθητη πρόσκληση για το μεγάλο πάρτι, ο θείος του τον μπλέκει σε αναπάντεχους κι επικίνδυνους μπελάδες. Τελικά, ανακαλύπτει ότι δεν είναι η Πηνελόπη αυτή που τον περιμένει για χρόνια, αλλά μια άλλη μυθολογική ηρωΐδα με... παραισθησιογόνες ικανότητες.
Η ιστορία ξεκινά το 1937 με τον Γιώργη Αμπατζή στη Θεσσαλονίκη εν μέσω του καθεστώτος Μεταξά, προστάτη της οικογένειας του συστρατιώτη του, Οικονόμου, ο οποίος πήγε φυλακή ως πολιτικός κρατούμενος. Αφού εκείνος υπογράψει δήλωση πολιτικών φρονημάτων κι επιστρέψει, ο Γιώργης βρίσκει μέσω ενός γνωστού δουλειά σε καρεκλάδικο. Έτσι, νοικιάζει ένα δικό του δωμάτιο κι εκεί, σε μια κοινή αυλή, ερωτεύεται και παντρεύεται μια χήρα με δύο παιδιά. Και κάπως έτσι τον βρίσκει ο πόλεμος.
Ο θετός του γιος φεύγει φαντάρος κι οι αρχικές επιτυχίες του στρατού ενθουσιάζουν τον κόσμο, αλλά τους Ιταλούς ακολουθούν οι Γερμανοί και τα πράγματα αλλάζουν. Μαζί τους έρχονται οι απαγορεύσεις κι η ταπείνωση του νικημένου, η τριπλή κατοχή της Βόρειας Ελλάδας από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους, η πείνα, κι ο διωγμός των Εβραίων που αποτελούσαν το ένα τρίτο της πόλης. Αλλά το πιο δραματικό στοιχείο του βιβλίου είναι η μεταμόρφωση του Κώστα από ενθουσιώδη στρατιώτη ενάντια στους Ιταλούς σε μαυραγορίτη και γερμανοτσολιά αργότερα, ενώ η αδερφή του η Ελένη εντάσσεται στο ΕΑΜ. Κι όταν ο πόλεμος τελειώνει και νομίζεις ότι θα πάρεις μια ανάσα, αρχίζει ο Εμφύλιος σπαραγμός, που υποθέτω ότι θα είναι το θέμα του επόμενου μέρους της σειράς.
Μια ποιητική συλλογή που εκτός από τα συμπαθή τετράποδα και τη Ριζοσπαστική Φράξια Όνων μιλά για το πένθος, τη μητρότητα και το Ιράν, χώρα καταγωγής της συγγραφέα.
Σ' αυτό το... επεισόδιο ακολουθούμε τον Γιώργη Αμπατζή, Σμυρνιό στρατιώτη στη μικρασιατική εκστρατεία, που, αφού γύρισε στον Πειραιά και σκότωσε τον μαστρωπό της αδερφής του στο προηγούμενο μέρος, καταδικάζεται σε δώδεκα χρόνια κάθειρξης, γιατί ο υπάνθρωπος ήταν συνεργάτης της αστυνομίας. Τον στέλνουν, λοιπόν, στις φυλακές Τρικάλων, εκεί όπου "σκότωσαν τον Σακαφλιά", οπότε ο δημιουργός μας παρουσιάζει και τη δική του ιστορία (του Σακαφλιά), εκτός από τη ζωή στη φυλακή.
Κι αφού ο Γιώργης εκτίει τη μεγάλη ποινή του, αποφυλακίζεται το 1936 και, μην έχοντας πού να πάει, καταλήγει στη Θεσσαλονίκη, όπου έχει κάτι γνωστούς.
Η πολιτική κατάσταση είναι έκρυθμη και στη χώρα γίνονται μεγάλες απεργίες από καπνεργάτες, υφαντουργούς κι άλλους κλάδους, καθώς οι μισθοί περικόπτονται κι η κυβέρνηση Μεταξά στηρίζει το μεγάλο κεφάλαιο - ώ, της εκπλήξεως! Ο Γιώργης συμμετέχει στις διαδηλώσεις μαζί με τον οικοδεσπότη και συστρατιώτη του, Οικονόμου. Είναι αρκετά τυχερός και δεν τον πετυχαίνουν οι σφαίρες της αστυνομίας σε αντίθεση με αρκετούς άλλους διαδηλωτές, στους οποίους αφιερώνει καρέ ο Πέτρου.
Το έργο, όπως και τα προηγούμενα περιλαμβάνει επίλογο, που παρουσιάζει αναλυτικά τα πολιτικά τεκταινόμενα της ταραγμένης εκείνης περιόδου μέχρι το πραξικόπημα Μεταξά, ένα από τα πολλά της εποχής, που θα διαρκέσει μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ένα μυθιστόρημα για τα εφτά "χαμένα χρόνια" της ζωής του μεγάλου βάρδου για τα οποία οι μελετητές δε γνωρίζουν τίποτα. Ήταν στις ηλικίες 21-28, είχε ήδη παντρευτεί την Αν Χάθαγουέι (εκείνη δεν ήταν ηθοποιός) κι είχε τρία παιδιά μαζί της.
Ο συγγραφέας εμπνέεται από αυτήν τη μαύρη τρύπα στη ζωή του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα, για να δώσει τη δική του εκδοχή για το τι έκανε αυτά τα χρόνια. Άφησε, λοιπόν, το Στράτφορντ στον ποταμό Έιβον και παράδερνε νηστικός στα σοκάκια και τα καπηλειά του Λονδίνου δοκιμάζοντας την τύχη του στο θέατρο, δίπλα σε ηγεμόνες, ή απλά με φίλους. Έμενε σ' ένα βρώμικο υπόγειο παρέα με διάφορα ζωύφια. Επισκέφτηκε ένα μοναστήρι, γνώρισε ανθρώπους και ζώα.
Καταλαβαίνω ότι ο συγγραφέας έχει ζήσει πολύ στο εξωτερικό και μπορεί να εκφράζεται σε πολλές γλώσσες, προτιμώ, όμως, τα βιβλία που διαβάζω να είναι εντελώς σε ελληνικό κείμενο. Το έργο έχει κάποιες καλές ιδέες, αλλά δε με ενθουσίασε.
Παρακολουθούμε τις περιπέτειες του Γιώργη Αμπατζή και του Σπύρου Τζανέτου που είδαμε στο πρώτο και το δεύτερο μέρος. Γυρνάνε απ' τη μικρασιατική εκστρατεία και μένουν στον Πειραιά αρχικά στον δρόμο και μετά σε πρόχειρα καταλύματα μαζί με πρόσφυγες. Ο Σπύρος δεν έχει λεφτά να γυρίσει στη Ζάκυνθο κι ο Γιώργης ψάχνει τους δικούς του, μήπως ήρθαν απ' τη Σμύρνη. Με κάτι λίρες που του έδωσαν, πριν φύγει, επιβιώνουν μέχρι να βρουν δουλειά μεταφέροντας κάρβουνο.
Ο Πέτρου παρουσιάζει τα πολιτικά τεκταινόμενα της εποχής με τον χαμό που ακολούθησε την μικρασιατική τραγωδία, τη δίκη των έξι, το πραξικόπημα του Πλαστήρα, και τη συνθήκη ειρήνης των Μουδανιών που επέβαλε την ανταλλαγή των αλλόθρησκων πληθυσμών στις δύο χώρες με εξαίρεση τους μουσουλμάνους της Θράκης.
Δείχνει τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων, την εκμετάλλευση απ' αυτούς που είχαν οριστεί να τους βοηθούν, τη μάταιη ελπίδα να γυρίσουν πίσω. Απ' τα σαλόνια στ' αλώνια άνθρωποι που γλίτωσαν το τούρκικο μαχαίρι, ήρθαν εδώ για να σκοτωθούν από Έλληνες πατριώτες, ή να πεθάνουν νηστικοί απ' το κρύο στον δρόμο. Κι αν ο Γιώργης εδώ βρίσκει την αδερφή του και τη σώζει απ' τον βούρκο που την έριξαν οι βαρύμαγκες του Πειραιά με κίνδυνο της ζωής του, ποιος ξέρει πόσες γυναίκες δεν ήταν τόσο τυχερές;
Το σχέδιο είναι αρκούντως περιγραφικό κι ευαίσθητο. Η έκδοση, όπως όλη η σειρά, περιλαμβάνει κατατοπιστικό επίμετρο.
Αυτό το βιβλίο είναι το δεύτερο μέρος της ιστορικής σειράς που ξεκίνησε ο δημιουργός με τους "Ομήρους του Γκαίρλιτς", έναν από τους οποίους ακολουθούμε κι εδώ.
Ο Γιώργης Αμπατζής, Σμυρνιός, μετά τη δίχρονη αιχμαλωσία του στη Γερμανία, κατατάσσεται στον ελληνικό στρατό, για να γλιτώσει τον τουρκικό, και συμμετέχει στη μικρασιατική εκστρατεία. Στην αρχή τα πράγματα πάνε καλά. Ο ελληνικός στρατός προελαύνει και στην ανάπαυλα ο στρατιώτης Νικολάου, φιλόλογος, τους αφηγείται ιστορίες απ' την αρχαιότητα και την ιστορία της περιοχής.
Με τις αχρείαστες εκλογές του 1920 που συγκάλεσε ο Βενιζέλος και τη συντριπτική του ήττα τα πράγματα αλλάζουν. Οι βασιλικοί που έρχονται στην εξουσία αλλάζουν όλους τους βενιζελικούς αξιωματικούς με δικούς τους και χωρίς κανένα σχέδιο για την εκστρατεία και τον ανεφοδιασμό, βάζουν στόχο την Άγκυρα. Η δραματική ήττα κι η άτακτη υποχώρηση δεν αργούν να έρθουν, με ότι αυτό συνεπάγεται για μάχιμους κι αμάχους.
Ο Πέτρου παρουσιάζει άγνωστες πτυχές της μικρασιατικής εκστρατείας, όπως τη διαμαρτυρία των στρατιωτών στην παρέλαση του Ιουλίου μπροστά στον πρωθυπουργό και τον βασιλιά, την άγνοια κινδύνου των αμάχων λόγω των καθησυχαστικών δημοσιευμάτων στις εφημερίδες και τον στασιασμό στα τελευταία στάδια του πολέμου, καθότι οι ανώτεροι αδιαφορούσαν για τους οπλίτες. Δείχνει τα εγκλήματα των Ελλήνων στρατιωτών εναντίον Τούρκων αμάχων και τα αντίποινα των Τσετών. Η καταστροφή της Σμύρνης έχει παρουσιαστεί ποικιλοτρόπως και κάνει καλά που την αφήνει απ' έξω. Το κλίμα του βιβλίου είναι ήδη βαρύ.
Το σχέδιο είναι πολύ καλό. Η έκδοση συνοδεύεται από επίλογο του δημιουργού με επιπλέον ιστορικές πληροφορίες και αιτιολόγηση της ήττας.
Στο βιβλίο αυτό η ραδιοφωνική παραγωγός κι όχι μόνο, Φ. Λαμπρίδη, μας μιλά για τις συνθήκες δημιουργίας του άλμπουμ "Λαβύρινθος" που αργότερα μετονομάστηκε σε "Σωκράτης Μάλαμας" και σύστησε τον δημοφιλή τραγουδοποιό στο ευρύ κοινό. Μας μιλά για τη Ντόρα Ρίζου και το στούντιο Lyra, τη σχολή της Θεσσαλονίκης και την εμφάνιση του έντεχνου τραγουδιού. Με συνεντεύξεις από την ίδια τη Ρίζου, τη Μελίνα Κανά, τον Οδυσσέα Ιωάννου, τον Φοίβο Δεληβοριά και φυσικά τον ίδιο το δημιουργό μας θυμίζει εκείνη την εποχή πριν από τους Ολυμπιακούς, μια εποχή ανεμελιάς κι ασυδοσίας χωρίς αντίκρισμα, από την οποία δεν πλανεύτηκε ο Μάλαμας. Γνωστοί και μη συνεργάτες του φωτίζουν αθέατες πτυχές του συνθέτη και στιχουργού, τον τρόπο δουλειάς του, τον χαρακτήρα του, τη λαϊκή πλευρά του έργου του. Στο βιβλίο γίνεται, επίσης, αναφορά στους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τα έντυπα, που εμφανίστηκαν παράλληλα με το έντεχνο τραγούδι και το στήριξαν, και φυσικά στο κοινό του, όλα όσα ψάχναμε έναν ήχο να αντικατοπτρίζει τη ζωή μας και τον ζητάμε ακόμα στις sold out συναυλίες του.
Ο μικρός Άθαν ζει στο ορφανοτροφείο και μεγαλώνει μαζί με τους συνομηλίκους και φίλους του Γκεόργκι κι Άλεξ. Πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια, κάνει αιμοκάθαρση αρκετές φορές την εβδομάδα κι ο γιατρός του ανακοινώνει ότι θα χρειαστεί μεταμόσχευση. Ευτυχώς, η διευθύντρια του σχολείου είναι πολύ καλός άνθρωπος και τον νοιάζεται σα δικό της παιδί, το ίδιο κι ο γιατρός. Ο Άθαν, λοιπόν, σαν μικρός προξενητής, θα θελήσει να τους φέρει πιο κοντά. Η ζωή, όμως, φέρνει στο προσκήνιο κάποιες ιστορίες απ' το παρελθόν.
Ο Εντ Μπέγκελς είναι ένα φανταστικό πρόσωπο, προϊόν της φαντασίας του θείου Λάκη, ένας καλός Σαμαρείτης, που συναντάμε όλα κάποιες φορές στην καθημερινότητά μας, όταν το έχουμε πιο πολύ ανάγκη. Ο μικρός Άθαν είναι ένα τέτοιο πρόσωπο για πολλά άτομα της ζωής του.
Ένα πολύ τρυφερό βιβλίο για τη ορφάνια, την υγεία, το μπούλινγκ, τον ρατσισμό. Δεν το περίμενα, αλλά με συγκίνησε.
Ο Κατσαράκης εμπνέεται από μια πληθώρα θεμάτων για τα διηγήματά του, πολιτική, σχέσεις, ιστορία, επιστημονική φαντασία, κακοποίηση. Ξεχώρισα το "Όνειρο", "Το φεγγάρι είναι κόκκινο" και το ομώνυμο "Σημάδι". Το πρώτο έχει θέμα τη σχέση δύο αδερφιών πριν και μετά τον θάνατο. Το "Φεγγάρι..." μιλά για δύο φίλους στο Βυζάντιο, έναν δωδεκαθεϊστή κι έναν χριστιανό τα πρώτα χρόνια καθιέρωσης της νέας θρησκείας, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζαν, εξωτερικές κι εσωτερικές. Τέλος, το διήγημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή μιλά για την σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων μέσα στην οικογένεια η οποία συχνά χρειάζεται βία για να σταματήσει.
Μου άρεσε που το κάθε διήγημα είχε διαφορετική αφετηρία και πλαίσιο και τα βρήκα γενικά πολύ πρωτότυπα. Πολύ ευχαρίστως θα ξαναδιαβάσω έργο του συγγραφέα.
Ο Λουκάς, ένας κωφός ξυλουργός, ζει μαζί με τον Μάρκο, έναν δάσκαλο που η ενδοοικογενειακή βία καθήλωσε σε αμαξίδιο, σ' ένα χωριό. Κάποιοι τους μιλούν, κάποιοι όχι. Όταν σβήνει το ιερό καντήλι της εκκλησίας του χωριού μετά από εκατό χρόνια, κάποιος πρέπει να ανέβει τον δύσβατο δρόμο ως το μοναστήρι του βουνού, για να πάρει τη νέα φλόγα και να τη φέρει πίσω. Ο δρόμος είναι δύσκολος, αλλά το περιθωριοποιημένο ζευγάρι επιλέγει να τον διανύσει. Όταν μετά από πολλή προσπάθεια καταφέρνουν να επιστρέψουν με τη φλόγα, πολλοί είναι αυτοί που θ' αναθεωρήσουν τη στάση τους απέναντί τους.
Το βιβλίο μιλά για την αποδοχή του διαφορετικού μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, που είναι πολύ συντηρητικοί. Αυτό, όμως, δεν δίδαξε ο Χριστός; Την αποδοχή, των διαφορετικών και των αδύναμων, ακόμα και των εχθρών μας;
Είναι ένα πολύ τρυφερό βιβλίο για την πίστη και τη συμπερίληψη. Έχει τη μορφή διηγήματος και μπορεί άνετα να διαβαστεί κι από παιδιά.
Το βιβλίο περιλαμβάνει τρία παραμύθια. Το πρώτο "Ο ψαράς και το ψαράκι" μας μιλάει για μια φτωχή κι αγαπημένη οικογένεια που βρίσκει την κότα με τα χρυσά αυγά ή, καλύτερα, το... ψάρι με τα χρυσά λεφτά και βλέπουμε πώς αυτό επηρεάζει τους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους. Στο δεύτερο "Τα γράμματα το σκάνε" ο συγγραφέας φαντάζεται έναν κόσμο χωρίς αλφάβητο, λέξεις, κείμενα. Πόσο θα αντέχαμε σ' ένα τέτοιο μέρος; Στο τρίτο "Η γοργόνα" μας μιλά για τη γοργόνα Δανάη και τον ψαρά Δημήτρη και δείχνει γι' άλλη μια φορά πού μπορεί να μας οδηγήσει η απληστία. Ας ελπίσουμε ότι η αγάπη πάντα θα νικά.
Το βιβλίο προορίζεται για παιδιά 3-7 ετών κι όχι μόνο.
Ο μικρός Τούρκος Αχμέτ χάνει το πεύκο της αυλής και τον πατέρα του το ίδιο βράδυ, και καθώς απομένει ο μόνος άντρας της οικογένειας, πρέπει να δουλέψει για να ζήσει τη μάνα και τις αδερφές του. Μπαίνει, λοιπόν, στη δουλειά του θείου του κι όταν του ζητούν να σοβαντίσει τις αγιογραφίες μιας βυζαντινής εκκλησίας, δεν μπορεί. Νιώθει αυτά τα μάτια να κοιτάζουν το είναι του. Σύντομα θα μπαρκάρει και θα βρει ένα άλλο μέρος για να ζήσει ελεύθερος. Χρόνια πολλά μετά ο εγγονός του θα του κάνει ένα ανεκτίμητο δώρο.
Τα μάτια που ζωγράφισε η Εύη Τσακνιά, μοιάζουν με τα πορτρέτα του Φαγιούμ.
Το βιβλίο μιλά για την ειρηνική συνύπαρξη και τον σεβασμό σε άλλους πολιτισμούς και δικαίως έλαβε το βραβείο της Χρυσής Λίστας του ELNIPLEX.
Μία 37χρονη γυναίκα κρατά τα δύο τελευταία χρόνια αιχμάλωτη τη μητέρα της στο σπίτι. Γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως είναι σε κατ' οίκον περιορισμό; Όλα περνούν απ' το μυαλό σου μέχρι ν' αρχίσουν οι αποκαλύψεις απ' το παρελθόν των δύο γυναικών κι οι απανωτές ανατροπές. Το τέλος είναι πολύ δραματικό και μου θύμισε αρχαία τραγωδία. Ποιος είναι, τελικά, πιο ελεύθερος, ο δεσμώτης ή ο φυλακισμένος;
Διηγήματα ρεαλιστικά, δυστοπικά κι άλλα εντελώς φανταστικά όπως η "Νεκρή συνέντευξη" της συγγραφέα με τον μακαρίτη Τζορτζ Όργουελ.
Οι πρώτες τρεις κι οι τελευταίες τέσσερις ιστορίες είναι μια σπονδυλωτή αφήγηση για ένα ζευγάρι, τον Τιγκ και τη Νελ, πριν και μετά τον θάνατο του συζύγου . Εξετάζουν την κοινή ζωή, το πένθος και τα γηρατειά. Ξεχώρισα τη "Σατανική μητέρα μου", το "Κομφούζιο" καθώς και τα τελευταία της Νελ, όπου η ηρωίδα ανακαλύπτει ότι ο πεθερός της ίσως είχε δεσμό με τη Μάρθα Γκέλχορν, γνωστή πολεμική ανταποκρίτρια του Β' Παγκοσμίου κι όχι μόνο.
Δεν είχα ξαναδιαβάσει Άτγουντ και μου άρεσε πολύ. Ευχαρίστως θα ξαναδιαβάσω.
Η μετάφραση θα μπορούσε να είναι καλύτερη, όπως κι η επιμέλεια.
Το βιβλίο μιλάει για τη γνωστή μοδίστρα Ρόζα Παρκς, που στις ΗΠΑ της δεκαετίας του '50 αρνήθηκε να δώσει τη θέση σ' έναν λευκό και πήγε στο δικαστήριο, γιατί αυτός ήταν ο νόμος. Αφηγείται τη ζωή της από τα παιδικά της χρόνια και μέχρι σχεδόν τη μετακόμιση στο Ντιτρόιτ μετά την επιτυχία του αγώνα του κινήματος των μαύρων για ίσα δικαιώματα, τουλάχιστον στα λεωφορεία. Βασίζονται όλα σε ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα όπως ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο οποίος εμφανίζεται φυσικά στο βιβλίο καθότι ξεκίνησε κι αυτός από το Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, όπου ζούσε κι η Ρόζα. Στο επίμετρο παραθέτονται επιπλέον ιστορικές πληροφορίες που δε χώρεσαν στην πλοκή.
Η συγγραφέας έχει κάνει μεγάλη έρευνα και το βιβλίο με συγκίνησε πολύ.
Το βιβλίο μιλάει για τη γνωστή μοδίστρα Ρόζα Παρκς, που στις ΗΠΑ της δεκαετίας του '50 αρνήθηκε να δώσει τη θέση σ' έναν λευκό και πήγε στο δικαστήριο, γιατί αυτός ήταν ο νόμος. Αφηγείται τη ζωή της από τα παιδικά της χρόνια και μέχρι σχεδόν τη μετακόμιση στο Ντιτρόιτ μετά την επιτυχία του αγώνα του κινήματος των μαύρων για ίσα δικαιώματα, τουλάχιστον στα λεωφορεία. Βασίζονται όλα σε ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα όπως ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο οποίος εμφανίζεται φυσικά στο βιβλίο καθότι ξεκίνησε κι αυτός από το Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, όπου ζούσε κι η Ρόζα. Στο επίμετρο παραθέτονται επιπλέον ιστορικές πληροφορίες που δε χώρεσαν στην πλοκή.
Η συγγραφέας έχει κάνει μεγάλη έρευνα και το βιβλίο με συγκίνησε πολύ.
Ένα αφήγημα για μια κοπέλα που ζει στην επαρχία με τη μητέρα της μετά τον θάνατο του πατέρα. Διαβάζει βιβλία και δίνει μήλα σε άγνωστους άντρες. Έχει μια μηλιά κι έχει και μιλιά, αλλά το χωριό απαιτεί από μια γυναίκα μόνη να ζητά συγγνώμη από έναν άντρα, ακόμα κι αν εκείνη έχει δίκιο.
Ωραίο βιβλίο, το τέλος με λίγη δόση μυστηρίου.
Στο βιβλίο αυτό ο ιδρυτής του γραφείου, Εγιάλ Βάιτσμαν, παρουσιάζει αναλυτικά τη μεθοδολογία του, συγκεκριμένα έργα που έχει αναλάβει ανά τον κόσμο όπως στην Παλαιστίνη, στην Ουκρανία, τη Γερμανία, καθώς και δυσκολίες ή προκλήσεις που αντιμετώπισαν εντός κι εκτός δικαστηρίου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η συνέντευξη που παρατίθεται στο παράρτημα ανάμεσα στον επιμελητή της έκθεσης που έγινε στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών το 2019, “For Ever More Images” και τέσσερα μέλη του γραφείου, των διευθυντή Βάιτσμαν, την αναπληρώτρια διευθύντρια, Χριστίνα Βαρβία, τον ελληνόφωνο ερευνητή, Νικόλα Ζέμπασιης, και τον συντονιστή πεδίου για την Ελλάδα, Στέφανο Λεβίδη, που υπογράφει και την επιμέλεια του βιβλίου. Συγκεκριμένα μιλούν για την ιδιαιτερότητα της Ελλάδας και τη συμβολή τους στις έρευνες για τις δολοφονίες του Παύλου Φύσσα και του Ζακ Κωστόπουλου, όπου κλήθηκαν από τους γονείς να βοηθήσουν στη δικαστική διαμάχη. Εκεί εντόπισαν ανακρίβειες στις καταθέσεις των αστυνομικών και άλλα κενά στην επίσημη αφήγηση κι έδωσαν υλικό στους δικηγόρους των συγγενών για να ενισχύσουν τη θέση τους έναντι των δολοφόνων.
2,5 αστέρια
Αύγουστος 1981: ο ακροδεξιός σύλλογος νοσταλγών της χούντας "Ελλήνων ήθος" πραγματοποιεί την ετήσια συνάντησή του στο ξενοδοχείο Απόλλων. Οι, ως επί το πλείστον ζάπλουτοι, φασίστες μαζεύονται για μια εβδομάδα για να καταπνίξουν τον φόβο τους και να ξορκίσουν το κακό (γι' αυτούς) του Αντρέα που έρχεται με φόρα στις προσεχείς εκλογές τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Στο παρασκήνιο πουλούν λάθρα αρχαία και πολύτιμους πίνακες, ενώ μια θαραλλέα δικαστικός βρίσκεται εκεί για να τους ξεσκεπάσει και να τους μπουζουριάσει.
Το εξώφυλλο είναι τρομερό. Η ιδέα δεν είναι άσχημη. Η εκτέλεση με χάλασε. Από τα 26 κεφάλαια του βιβλίου τα 21 αφιερώνονται στην παρουσίαση καθενός από τους παρευρισκόμενους, το παρελθόν των οποίων έχει μπόλικες μελανές σελίδες με ελάχιστες εξαιρέσεις. Η πλειονότητα έχει αρχαιοπρεπή ονόματα, όπως το ψευδώνυμο του συγγραφέα, αν και δε νομίζω ότι συμμερίζεται τις απόψεις τους. Η καθαυτή δράση περιορίζεται στα τελευταία 3-4 κεφάλαια, ενώ το τέλος το μαθαίνουμε στον επίλογο. Παίζει πολύ υβρεολόγιο κι εντόπισα κάποια προφανή λάθη που θα είχε προλάβει μια στοιχειώδης επιμέλεια.
Από εμένα είναι τσου.
Στο δεύτερο αυτό βιβλίο της τριλογίας η φαντασία παραμένει σε μέτριο βαθμό. Βρίσκει έκφραση κυρίως στη χιλιόχρονη εμπόρισσα με το προσωνύμιο “Μάνα-Κουράγιο” και στο στοιχείο της συλλογικής ψευδαίσθησης, που εισάγει εδώ η Μπουραζοπούλου. Οι κάτοικοι κάθε πλευράς της Πρέσπας, βλέπουν διαφορετικό το φυσικό περιβάλλον, ακόμα κι όταν μετακινούνται σε διαφορετική πλευρά της λίμνης. Έτσι, ο Εμμανουήλ κι η Λούνα βλέπουν καταρρακτώδη βροχή όταν πηγαίνουν στη Βόρεια Μακεδονία, ενώ οι δρακολόγοι της ερήμου, βλέπουν τις βάρκες της ελληνικής πλευράς να αιωρούνται στον αέρα. Δεν υπάρχει γι’ αυτούς, τίποτ’ άλλο εκτός από άμμο.
Κι αυτό το έργο της συγγραφέα είναι ενορχηστρωμένο με μαεστρία όπου κάθε λεπτομέρεια δένει αριστοτεχνικά με τις υπόλοιπες, ενώ την αφήγηση εμπλουτίζει η παράλληλη ιστορία του Αλχημιστή και του μαθητή, που αναπτύσσεται και στα τρία βιβλία, παρακολουθώντας με τον δικό της τρόπο την πλοκή. Οι άνθρωποι και σ’ αυτό το βιβλίο αποδεικνύονται χειρότεροι από τον δράκο.
Θαυμάζω απεριόριστα την Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Θεωρώ κάθε βιβλίο της, απ’ τα δύο που έχω διαβάσει, έπος και θέλω να διαβάσω όλα της τα έργα. Πιστεύω ότι αποτελεί κεφάλαιο για τον ελληνικό πολιτισμό.
Στο δεύτερο αυτό βιβλίο της τριλογίας η φαντασία παραμένει σε μέτριο βαθμό. Βρίσκει έκφραση κυρίως στη χιλιόχρονη εμπόρισσα με το προσωνύμιο “Μάνα-Κουράγιο” και στο στοιχείο της συλλογικής ψευδαίσθησης, που εισάγει εδώ η Μπουραζοπούλου. Οι κάτοικοι κάθε πλευράς της Πρέσπας, βλέπουν διαφορετικό το φυσικό περιβάλλον, ακόμα κι όταν μετακινούνται σε διαφορετική πλευρά της λίμνης. Έτσι, ο Εμμανουήλ κι η Λούνα βλέπουν καταρρακτώδη βροχή όταν πηγαίνουν στη Βόρεια Μακεδονία, ενώ οι δρακολόγοι της ερήμου, βλέπουν τις βάρκες της ελληνικής πλευράς να αιωρούνται στον αέρα. Δεν υπάρχει γι’ αυτούς, τίποτ’ άλλο εκτός από άμμο.
Κι αυτό το έργο της συγγραφέα είναι ενορχηστρωμένο με μαεστρία όπου κάθε λεπτομέρεια δένει αριστοτεχνικά με τις υπόλοιπες, ενώ την αφήγηση εμπλουτίζει η παράλληλη ιστορία του Αλχημιστή και του μαθητή, που αναπτύσσεται και στα τρία βιβλία, παρακολουθώντας με τον δικό της τρόπο την πλοκή. Οι άνθρωποι και σ’ αυτό το βιβλίο αποδεικνύονται χειρότεροι από τον δράκο.
Θαυμάζω απεριόριστα την Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Θεωρώ κάθε βιβλίο της, απ’ τα δύο που έχω διαβάσει, έπος και θέλω να διαβάσω όλα της τα έργα. Πιστεύω ότι αποτελεί κεφάλαιο για τον ελληνικό πολιτισμό.
1885: ο Γερμανός εργολάβος Εμίλ Γκρόμαν φτάνει στο νησί για να λειτουργήσει τα ορυχεία σιδήρου της "Εταιρείας Μεταλλείων Σερίφου και Σπηλιαλέζα Λαύριον Α.Ε". Μαζί του έρχεται κι ο Δρακούλης Ανδρεάκος ως διερμηνέας, στην πραγματικότητα τυχοδιώκτης που δε σταματά πουθενά προκειμένου να κερδίσει.
Η Κατερινέτα Κούτρη είναι μια όμορφη νέα κοπέλα από φτωχή οικογένεια που ερωτεύεται τον Βενιαμίν της πιο πλούσιας οικογένειας του χωριού, τον Περσέα Κονόμο. Η δύο τους θα παντρευτούν κόντρα στη θέληση των οικογενειών τους και θα κάνουν έναν γιο, αλλά η ζωή θα είναι δύσκολη.
Η γραφή της Μαίρης Κόντζογλου είναι αρκούντως ποιητική και παράλληλα με τη σύγχρονη ιστορία παρουσιάζει και τον αρχαίο μύθο του Περσέα, της Ανδρομέδας αλλά και της Μέδουσας, βεβαίως-βεβαίως. Έχει κάνει έρευνα για το βιβλίο και κάποια από τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι ιστορικά. Παρουσιάζει τη ζωή στη Σέριφο, αλλά και την Αίγυπτο, όπου μεταβαίνει ένας ήρωας, πρωτεργάτης του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, ο Κώνσταντης Σπέρας.
Η συγγραφέας κάνει μικρά σπόιλερ γι' αυτά που θα ακολουθήσουν κι αυτό από μόνο του δε με πειράζει. Είναι ένας τρόπος γραφής. Αυτό που με πείραξε είναι ότι κάποιες απ' αυτές τις αποκαλύψεις είναι για πράγματα που θα γίνουν στο δεύτερο βιβλίο. Η αφήγηση σταματά σ' ένα σημείο, που δεν το λες χάπι εντ (όχι ότι είναι απαραίτητο, αλλά κορύφωση δεν υπάρχει) και ξέρεις ότι τα σημαντικά, όπως η ιστορική απεργία των μεταλλορύχων της Σερίφου έχει μείνει απέξω, προφανώς για τη συνέχεια. Δε λέω ότι έγινε επίτηδες, αλλά είναι σαν να εκβιάζει το ενδιαφέρον σου, τη στιγμή που νόμιζα ότι όλα αυτά, τουλάχιστον η απεργία θα χωρούσε σ' ένα βιβλίο 600 σελίδων, όπως είναι αυτός ο πρώτος τόμος.
Ένα βιβλίο για τα παιδικά χρόνια του Νεύτωνα, του ανθρώπου που έθεσε τις βάσεις της φυσικής και της μαθηματικής επιστήμης.
Ο πατέρας του πέθανε πριν γεννηθεί κι η σχέση με τη μητέρα του δεν ήταν ποτέ καλή. Όταν, μάλιστα, εκείνη αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Έθετε πάντα εμπόδια στην ανάπτυξή του, καθώς δεν έβλεπε τις δυνατότητές του παιδιού της.
Ο μικρός Άιζακ έβρισκε πάντα καταφύγιο στη φύση. Αυτή θ' αποτελούσε τη σωτηρία και την έμπνευσή του, και θα τον βοηθούσε να βγάλει τα καλύτερα στοιχεία του χαρακτήρα του στην επιφάνεια. Άλλο μεγάλο καταφύγιο ήταν τα βιβλία. Εκεί ανακάλυψε τα μεγάλα θέματα του κόσμου με τα οποία καταπιάστηκε, αλλά και μεγάλα πνεύματα, που αναγκάστηκαν να καταπολεμήσουν τις αντιλήψεις της εποχής τους.
Το βιβλίο είναι πολύ τρυφερό και φωτίζει μια άγνωστη πτυχή της ζωής του μεγάλου επιστήμονα.
Η αφήγηση ξεκινά στην πλατεία Κολοκοτρώνη, που παίρνει τ' όνομά της απ' τον ορειχάλκινο έφιππο αδριάντα του μεγάλου ήρωα. Εκεί σταματά συχνά με το μηχανάκι μια κοπέλα για να ξαποστάσει λίγο στο παγκάκι από τη δουλειά. Ένα πρωινό, όταν γυρνά στο μηχανάκι για να φύγει, βρίσκει το βαλιτσάκι ανοιχτό, χωρίς, όμως να λείπει τίποτα από μέσα. Τότε γνωρίζει έναν άστεγο της πλατείας, τον οποίο αρχικά περνά για κλέφτη, αλλά αποδεικνύεται ένας καλοκάγαθος δάσκαλος, που θέλει να πάρει σύνταξη. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει ακροδεξιούς να του επιτεθούν, αλλά η κοπέλα τον σώζει με τη βοήθεια του πολυμήχανου περιπτερά. Κι όπως αρχίζουν να μιλάνε αυτός της λέει για τον Κολοκοτρώνη κι έτσι ξεκινά μια μεγάλη κουβέντα για την επανάσταση, που θα διαρκέσει πολλές συναντήσεις ακόμα. Ο γέρος μιλά για όλες τις φάσεις του αγώνα, λαμπερές και μελανές (κυρίως τις δευτέρες), θέλοντας να καλύψει το κενό των σχολικών εγχειριδίων και της επίσημης εκπαίδευσης.
Κάθε κεφάλαιο χωρίζεται σε τρεις ενότητες, τη σύγχρονη με τον γέρο και την κοπέλα, μια επίσης εικονογραφημένη μαρτυρία ιστορικού προσώπου που έζησε κάποια από τα γεγονότα της εποχής και μια τρίτη γραπτή πηγή ενός επίσης ιστορικού προσώπου λιγότερο ή περισσότερο γνωστού, είτε είναι αγωνιστής,-τρια, λόγιος της εποχής, ή σύγχρονος φιλόσοφος.
Το ασπρόμαυρο σκίτσο ταιριάζει στον ιστορικό χαρακτήρα του έργου.
Η έκδοση περιλαμβάνει εκτενέστατο παράρτημα, με κείμενα του σκιτσογράφου και της πανεπιστημιακής ερευνητικής ομάδας που αποφάσισε τι θα μπει στην ιστορία και τί όχι από το πλούσιο ιστορικό υλικό της επανάστασης. Περιέχει ακόμα γλωσσάρι, χρονολόγιο, ονοματολόγιο και βιβλιογραφία.
Το έργο χρηματοδοτήθηκε απ' το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας & Καινοτομίας - ΕΛΙΔΕΚ για την επέτειο των διακοσίων χρόνων κι είναι ένα βιβλίο, που αξίζει να έχετε στη βιβλιοθήκη σας.
.
Υγ.: Σ' ένα σκίτσο βλέπουμε και τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, χωρίς να γίνεται άλλη αναφορά στον Αμερικανό συγγραφέα, ίσως επειδή ο χαρακτήρας του κατατοπίζει την ηρωίδα για το νεκροταφείο του Μεσολογγίου. Ποιος καταλληλότερος για κάτι τέτοιο;
«Στην αρχή διάβαζα νύχτα μέρα. Μου πέρασε, όμως. Δεν θα 'θελα να είμαι πολύ άδικος με τα βιβλία. Τους χρωστάω ωραίες στιγμές. Μην ξεχνάμε, από τα δέντρα προέρχονται και καμιά φορά το θυμούνται αυτό• μερικές φράσεις κάποιων βιβλίων θροΐζουν σαν τα φύλλα της ακακίας. Αλλά περιμένω πολύ περισσότερα. Μη με ρωτάτε τι περιμένω, έτσι. Δεν θα μπορούσα να σας απαντήσω. Ένα είναι βέβαιο, πώς όλη η γραπτή σοφία του κόσμου δεν μπορεί να κάνει τίποτα για μένα• περιμένω κάτι πιο μεγάλο απ' ό,τι μπορεί να γραφτεί».
.
«Εκείνο που ονομάζω άνοιξη δεν γίνεται δίχως σπαραγμό. Είναι κάτι γλυκό και βίαιο συνάμα. Δεν θα 'πρεπε να μας ξαφνιάζει αυτό το μείγμα. Το ότι μας ξαφνιάζει πάει να πει πως η ζωή μας κάνει να' αποξεχνιόμαστε. Δεν δίνουμε αρκετή προσοχή στα πράγματα. Αν κοιτάζαμε προσεχτικά, αν κοιτάζαμε ψύχραιμα, θα μας αιφνιδίαζε το μεγαλείο της παραμικρότερης μαργαριτούλας: είναι εδώ, μπροστά μας, τόσο χαζούλα και κατακίτρινη. Για να είναι, όμως, εδώ, πρέπει να διέσχισε θανάτους κι ερημιές. Για να είναι εδώ, τόσο λεπτούλα, πρέπει να έδωσε αμείλικτες μάχες. Εκείνο που ονομάζω άνοιξη είναι κάτι της ίδιας κατηγορίας, κάτι που λάμπει σαν μαργαριτούλα ή σαν καταϊδρωμένος παλαιστής. Τίποτα το ήσυχο ή το κερδισμένο εκ των προτέρων.
...
Μια άλλη ένδειξη της άνοιξης, αυτού που εγώ ονομάζω άνοιξη, είναι ότι με το που φτάνει, εμείς νιώθουμε χαμένοι. Νιώθουμε, πώς το λένε να δεις, εκτός τόπου. Φανταστείτε έναν καλεσμένο ο οποίος, απροειδοποίητα, πριν προλάβετε καν να του υποδείξετε πού να καθίσει, στρογγυλοκάθεται στην αγαπημένη σας καρέκλα. Όλοι μας έχουμε κάποια αγαπημένη καρέκλα. Προς στιγμήν, νιώθετε ελαφρά δυσαρέσκεια. Όμως, σύντομα έρχεται η φρεσκάδα. Σχεδόν τίποτα δεν άλλαξε, όμως αυτό το "σχεδόν τίποτα" τα κάνει όλα αλλιώτικα. Παίρνετε μιαν άλλη από τη συνηθισμένη καρέκλα κι έχετε μπροστά σας ένα άλλο τοπίο• ναι, εξακολουθείτε να είστε στο σπίτι σας, αλλά είστε εκεί με τον καλύτερο τρόπο: περαστικοί. Παίρνουμε εύκολα ως δεδομένο ό,τι κατέχουμε. Δόξα τω Θεώ, η άνοιξη έρχεται καμιά φορά να τα ξανακάνει άνω κάτω όλ' αυτά, κι ανακαλύπτουμε ότι δεν είχαμε ποτέ τίποτα δικό μας, και η ανακάλυψη αυτή είναι ό,τι πιο ευφρόσυνο γνωρίζω».
Ένα πρωί
άνοιξα τα μάτια,
περπάτησα τον κόσμο
και κατάπια τον ήλιο.
"Έχω έναν ήλιο μέσα μου"
ουρλιάζω στις σκέψεις
κι εκείνες ανοίγουν τα φτερά τους
και γίνονται λευκά πουλιά,
που σκίζουν τον αέρα αναζητώντας σπίτι.
Κάθε φορά που ανοίγω το στόμα να φωνάξω,
εκείνος πνίγει το λυγμό μου και τον κάνει τραγούδι.
Λούζει τα σπλάχνα μου με φως
και χαϊδεύει τους εφιάλτες μου με τα ζεστά του χέρια.
Έχω έναν ήλιο μέσα μου
που φωλιάζει.
.
.
.
Ιδέα
Σήμερα φύτεψα μια Ιδέα
σ' ένα ποτήρι•
εκεί που αδειάζουν οι σκέψεις,
εκεί που ο νους
ζητά
μέσα στη στασιμότητά του
να σκίσει τον αέρα,
να κοιτάξει τους ανθρώπους
από ψηλά
όπως του πρέπει κι όπως του ταιριάζει.
Ψηλά
στο σήμερα
ένα πουλί με μια ομπρέλα για φτερά.
.
.
.
Στην Ε.
Υπάρχουν πολλοί δρόμοι.
Δρόμοι που χάσαμε,
δρόμοι που δε βρήκαμε ποτέ,
δρόμοι που τρέξαμε πάνω τους
και δε θέλαμε να ξαναπατήσουμε,
δρόμοι που δυσκολευτήκαμε να ανέβουμε,
αλλά όταν τα καταφέραμε, αισθανθήκαμε τόσο υπέροχες
και δρόμοι που μας οδήγησαν στις πιο ωραίες πτώσεις.
Υπάρχουν όμως και δρόμοι που ονειρευτήκαμε
να περπατάμε πάνω τους ξυπόλυτες και να μη χορταίνουμε.
Αυτόν που θέλεις, φτιάξε τον, όπως ακριβώς τον ονειρεύτηκες.
Δύσκολο, όχι εύκολο.
Ανήφορο.
Στο βιβλίο βλέπουμε την ιστορία δύο φίλων που αποφασίζουν να διαπλεύσουν ολόκληρο τον Δούναβη με κανό! Ξεκινούν από τις πηγές του στη Γερμανία κι έχουν σκοπό να φτάσουν ως τις εκβολές του στη Μαύρη Θάλασσα. Εμείς τους πετυχαίνουμε στο μέσο της διαδρομής κάπου στη Ρουμανία νομίζω, μακριά από κατοικημένες περιοχές, όπου πιάνει ένας διαβολεμένος αέρας και βρίσκουν καταφύγιο σ' ένα νησάκι μέσα στο ποτάμι όπου φυτρώνουν κάτι περίεργες ιτιές σε μέγεθος θάμνου. Δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος εκεί, αλλά έχουν την αίσθηση ότι είναι ανεπιθύμητοι κι ότι πρέπει να γίνει κάποια θυσία. Το θέμα είναι ποιός θα είναι το σφάγιο.