Στο δεύτερο αυτό βιβλίο της τριλογίας η φαντασία παραμένει σε μέτριο βαθμό. Βρίσκει έκφραση κυρίως στη χιλιόχρονη εμπόρισσα με το προσωνύμιο “Μάνα-Κουράγιο” και στο στοιχείο της συλλογικής ψευδαίσθησης, που εισάγει εδώ η Μπουραζοπούλου. Οι κάτοικοι κάθε πλευράς της Πρέσπας, βλέπουν διαφορετικό το φυσικό περιβάλλον, ακόμα κι όταν μετακινούνται σε διαφορετική πλευρά της λίμνης. Έτσι, ο Εμμανουήλ κι η Λούνα βλέπουν καταρρακτώδη βροχή όταν πηγαίνουν στη Βόρεια Μακεδονία, ενώ οι δρακολόγοι της ερήμου, βλέπουν τις βάρκες της ελληνικής πλευράς να αιωρούνται στον αέρα. Δεν υπάρχει γι’ αυτούς, τίποτ’ άλλο εκτός από άμμο.
Κι αυτό το έργο της συγγραφέα είναι ενορχηστρωμένο με μαεστρία όπου κάθε λεπτομέρεια δένει αριστοτεχνικά με τις υπόλοιπες, ενώ την αφήγηση εμπλουτίζει η παράλληλη ιστορία του Αλχημιστή και του μαθητή, που αναπτύσσεται και στα τρία βιβλία, παρακολουθώντας με τον δικό της τρόπο την πλοκή. Οι άνθρωποι και σ’ αυτό το βιβλίο αποδεικνύονται χειρότεροι από τον δράκο.
Θαυμάζω απεριόριστα την Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Θεωρώ κάθε βιβλίο της, απ’ τα δύο που έχω διαβάσει, έπος και θέλω να διαβάσω όλα της τα έργα. Πιστεύω ότι αποτελεί κεφάλαιο για τον ελληνικό πολιτισμό.
Κι αυτό το έργο της συγγραφέα είναι ενορχηστρωμένο με μαεστρία όπου κάθε λεπτομέρεια δένει αριστοτεχνικά με τις υπόλοιπες, ενώ την αφήγηση εμπλουτίζει η παράλληλη ιστορία του Αλχημιστή και του μαθητή, που αναπτύσσεται και στα τρία βιβλία, παρακολουθώντας με τον δικό της τρόπο την πλοκή. Οι άνθρωποι και σ’ αυτό το βιβλίο αποδεικνύονται χειρότεροι από τον δράκο.
Θαυμάζω απεριόριστα την Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Θεωρώ κάθε βιβλίο της, απ’ τα δύο που έχω διαβάσει, έπος και θέλω να διαβάσω όλα της τα έργα. Πιστεύω ότι αποτελεί κεφάλαιο για τον ελληνικό πολιτισμό.