Παραλαβή από θυρίδα που σε εξυπηρετεί, όλο το 24ωρο και χωρίς αναμονή.
Σε περίπτωση μη έγκαιρης παραλαβής, το δέμα επιστρέφεται στη θυρίδα που τοποθετήθηκε από τον πωλητή.
Για αποστολές προς Κύπρο, το μέγιστο βάρος ανά αποστολή είναι 6 κιλά. Στην περίπτωση που το βάρος ξεπερνάει το όριο, θα δημιουργηθούν περισσότερα από ένα δέματα.
Σταθερό κόστος αποστολής ανά δέμα.
Χέρι με χέρι
Πληρωμή στη συνάντηση.
ΕΛΤΑ
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές από 60 € εντός Ελλάδας.
Για αποστολές εντός Ελλάδας γίνεται παραλαβή από υποκατάστημα ΕΛΤΑ.
Και σαν δέμα ή και με αντικαταβολή. Από 60 ευρώ και πάνω δωρεάν μεταφορικά πλην του ποσού της αντικαταβολής (αν επιλεγεί από τον αγοραστή).
'To μυστήριο του κόκκινου σπιτιού' θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα 'κλειδωμένου δωματίου' μαζί με 'Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου' του Γκαστόν Λερού και τον 'Ασώματο άνθρωπο' του Καρ και εντάσσεται στην κατηγορία 'whodunit' (τουλάχιστον, μέχρι τη μέση περίπου). O Μίλν βρίσκει τον μοντέρνο 'Σέρλοκ Χόλμς' στο 'πρόσωπο' του ερασιτέχνη ντετέκτιβ Άντονι Γκίλινγχαμ, ο οποίος μένει αξέχαστος στον αναγνώστη με την οξυδέρκειά του, τα λογικά του συμπεράσματα και το εύστοχο χιούμορ του.
Το βιβλίο αντικατοπτρίζει έντονα την επίδραση της μετα-βικτωριανής κουλτούρας στην βρετανική κοινωνία της δεκαετίας του '20, όπου είναι έκδηλο το πνεύμα της εξέλιξης, το κυνήγι της επιτυχίας και η κοινωνική καταξίωση. Εντυπωσιάζουν οι ειδυλλιακές περιγραφές των εξοχικών περιοχών της βρετανικής υπαίθρου, οι 'διφορούμενοι' διάλογοι των προσώπων του μυθιστορήματος, αλλά, κυρίως, οι μυστηριώδεις περιγραφές του 'Κόκκινου Σπιτιού' που περιλαμβάνει δαιδαλώδεις διαδρόμους και δωμάτια, μια κοντινή 'σκοτεινή' λίμνη όπως και μυστικά περάσματα ή χώρους, όπου παραμονεύει ο κίνδυνος και η.... έκπληξη.
Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαθέτει μέτρο, 'γερή' δομή στην πλοκή και την 'αύρα' του 'κλασικού' - μέσα στα 20 καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα (κατά τη γνώμη μου).
Ενδεχομένως, το πιο πρωτότυπο και πιο ήπια hard-boiled αστυνομικό μυθιστόρημα του Χάμετ (1931), το οποίο οι αναγνώστες και θαυμαστές του θα απολαύσουν εξίσου με ενδιαφέρον. Η δράση τοποθετείται την εποχή πάλι της ποτοαπαγόρευσης, αλλά αυτή τη φορά ο χώρος με τον οποίον καταπιάνεται ο συγγραφέας είναι ο πολιτικός 'στίβος' και τα όρια μεταξύ διαφθοράς και διαφάνειας, τα οποία είναι ιδιαίτερα ρευστά για τους περισσότερους ήρωες του βιβλίου.
Από τα πιο hard-boiled μυθιστορήματα της Παγκόσμιας Αστυνομικής Λογοτεχνίας (1929), στο οποίο κάνουν εντύπωση οι συμβολισμοί του Χάμετ, όπως η πόλη 'Πόισονβιλ' όπου εκτυλίσσεται η ιστορία.Ο αναγνώστης μπορεί λίγο να δυσφορήσει με τις πολυάριθμες δολοφονίες και τα πολλά ονόματα των χαρακτήρων του βιβλίου. Το τέλος, όμως, σαν ένα παζλ που συμπληρώνεται αποζημιώνει, και βάζει τα πράγματα στη θέση τους με τον δικαιότερο τρόπο!
Σε αυτό το αστυνομικό του μυθιστόρημα, ο Χάμετ χρησιμοποιεί τον Ελληνοαμερικανό ντετέκτιβ, Νικ Τσάρλς, ενώ περιλαμβάνει διάσπαρτα στοιχεία χιούμορ, όπως και πολλά πολιτισμικά στοιχεία και ιστορικά γεγονότα. Πρόκειται για ένα από τα πιο 'μυστηριώδη' βιβλία του με τα λιγότερα 'νουάρ' στοιχεία, τα οποία αρχίζουν να διαφαίνονται,περισσότερο, στο 2ο μέρος.
Σύμφωνα με την εισαγωγή από τον επιμελητή του βιβλίου, Ανταίο Χρυσοστομίδη, η ιδέα για την σειρά των 'Ελληνικών Εγκλημάτων' βασίστηκε σε μια ιταλική μίνι-ανθολογία με τον τίτλο Έγκλήματα' που περιλαμβάνει 10 αστυνομικές ιστορίες από τους καλύτερους σύγχρονους συγγραφείς της Ιταλικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας (Καμιλέρι, Λουκαρέλι, Μαντσίνι, Καρλότο κ.ά.). Η ιδέα αποδείχθηκε, ιδιαίτερα, δημιουργική αφού οι 10 ιστορίες γράφτηκαν, ειδικά, για τη συγκεκριμένη σειρά διαβεβαιώνοντας ότι η Ελληνική Αστυνομική Λογοτεχνία 'υπόσχεται' πολλά.
Η Ένχελ δεν κρύβει τις συγγραφικές της προθέσεις - από την 1η ιστορία, δείχνει διατεθειμένη να πραγματευτεί με τον πιο, ίσως, ευθύ, σαρκαστικό και σκληρό τρόπο τα σύγχρονα προβλήματα διαβίωσης και μετανάστευσης των Λατινογενών συμπατριωτών της στην Αμερική, τα οποία διαποτίζει και με έντονο μαύρο χιούμορ.
Υπάρχει, όμως, μεγάλη ομοιότητα στις ιστορίες, αρκετά στοιχεία που επαναλαμβάνονται, και κανένα στοιχείο μέτρου στην περιγραφή της καθημερινής παρακμιακής ζωής των ηρώων. Οι τελευταίες ιστορίες φέρνουν κάποια 'ισορροπία' και 'σώζουν τα προσχήματα', ωστόσο δεν υπάρχει περίπτωση να μην μείνει η αίσθηση του 'παρωχημένου' και της επιτηδευμένης υπερβολής στο τέλος της ανάγνωσης.
Πολύ καλή η πρόθεση της Ένχελ, αφού βραβεύτηκε η συγκεκριμένη συλλογή ιστοριών/ημερολόγιο/νουβέλα, αλλά 'προδίδεται' από την έντονη συναισθηματική υπερχείλιση της συγγραφέα.
Ο Μισσό αποδεικνύει για άλλη μια φορά, γιατί τα βιβλία του στη Γαλλία και σε όλο τον κόσμο πουλάνε εκατομμύρια αντίτυπα. Η πλοκή είναι γρήγορη και τα 'flashbacks' λειτουργούν ευεργετικά - ωστόσο, ενώ οι συνεχείς ανατροπές κάνουν τους αναγνώστες να μην μπορούν να το αφήσουν από τα χέρια τους, δημιουργούν και μια αίσθηση ότι .... 'παν μέτρον άριστον'. Θα το εκτιμήσουν ιδιαίτερα οι αναγνώστες από 38 χρόνων και πάνω, γιατί η κουλτούρα της δεκαετίας του '90 σε σχέση με τη σημερινή εποχή παρουσιάζεται..... γλαφυρότατα.
Ίσως από τις πιο hard-boiled και σκληρές νουβέλες του Τσάντλερ με αρκετές δόσεις βίας (1938) που, ωστόσο, δεν ενοχλούν ιδιαίτερα. Σε αυτό συντελεί, βέβαια, καί το γεγονός ότι πρόκειται για μίνι-νουβέλα (165 σελίδες) όπου οι ρυθμοί είναι αρκετά γρήγοροι και η προσωπικότητα των ηρώων εκδηλώνεται εύκολα. Είναι μία από τις πιο κυνικές στιγμές του Τσάντλερ που, όμως, αξίζει το κόπο να διαβαστεί, ειδικά, μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού.
H Όουτς (2003) γνωρίζει πολύ καλά πώς να ψυχογραφεί τους ήρωές της, χωρίς να υπερδραματοποιεί καταστάσεις και να δημιουγεί αμήχανη συγκίνηση. Η ηρωίδα απευθύνεται στον αναγνώστη σε α' πρόσωπο δίνοντας αμεσότητα, και την αίσθηση ότι τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα σε πρώτο χρόνο. Ένα μυθιστόρημα ξεχωριστό που συνδυάζει την αστυνομική πλοκή με το δικαστικό δράμα και την κοινωνική καταγγελία. Μόνο να μην είχε τόσο προβλέψιμο τέλος!
Η ανάλυση των δυο βασικών γυναικείων χαρακτήρων του βιβλίου δημιουργεί ακραία συναισθήματα, ενώ μέχρι τη μέση του βιβλίου, ο αναγνώστης δεν έχει ξεκαθαρίσει τον δρόμο που θέλει να ακολουθήσει ο συγγραφέας προς τη κάθαρση. Άραγε είμαστε αυτό που λένε οι άλλοι ότι φαινόμαστε ότι είμαστε ή αυτό που γνωρίζουμε οι ίδιοι ότι είμαστε? Αν ο αναγνώστης κάνει υπομονή μέχρι τη μέση λόγω της βραδυφλεγούς ροής του βιβλίου, θα το ανακαλύψει και θα αποζημιωθεί.
Οι διάλογοι είναι έξυπνοι, οι περιγραφές της λίμνης και των τοπίων θυμίζουν 'γοτθικό' θρίλερ, ενώ όλοι οι ήρωες σε αυτό το βιβλίο παρουσιάζουν σκοτεινές πλευρές και είναι ένοχοι για κάποια πράξη τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας παίζει πολύ έξυπνα με το θέμα της μεταμφίεσης και της πλαστοπροσωπίας, ενώ επιβεβαιώνει το μύθο για τις 'femmes fatales' και τις 'vamps' εκείνης της εποχής.
Γενικά, υπάρχουν αρκετά διάσπαρτα hard-boiled στοιχεία, ατμόσφαιρα φόβου, παιχνίδια γάτας με το ποντίκι, και δολοφονικά ερωτικά πάθη, τα οποία δίνουν αρκετό ενδιαφέρον σε αυτή την μυστηριώδη ιστορία καταδίωξης.
Tο βιβλίο αποτελεί 'καινοτομία' στην ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, διότι η δομή της ιστορίας και της πλοκής απομακρύνεται από τα κίνητρα και την προσωπικότητα των ηρώων ενός βιβλίου μυστηρίου, και, πλέον, προσανατολίζεται στην εξέταση και τη διασταύρωση στοιχείων όπως είναι το DNA, οι σωματικές εκκρίσεις κτλ.
Πραγματικά, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ένα από τα πιο ουσιαστικά, ανατρεπτικά και πρωτότυπα βιβλία της Κρίστι, στο οποίο, για πρώτη φορά, 'ψυχογραφεί' τόσο εύστοχα και ξεκάθαρα τους ήρωές της (1958). Ο 'Απρόσμενος επισκέπτης' δικαιολογεί περίτρανα το ρητό 'μην πιστεύεις όσα βλέπεις', δημιουργώντας την επιθυμία στον αναγνώστη για λίγες σελίδες, ακόμα, μυστηρίου και ανατροπών μέσα στη πυκνή ομίχλη της Ουαλίας.
Το συγκεκριμένο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι μια προσεκτική και εμπνευσμένη μελέτη χαρακτήρων, η οποία, σταδιακά, μέσα από τις λεπτές αντιθέσεις που παρουσιάζει η συγγραφέας, οδηγούν τον φλεγματικό, ωστόσο, προσαρμοστικό και οξυδερκή ντετέκτιβ, Άνταμ Νταλγκλίς στη πολύπλοκη λύση του μυστηρίου.
Πολλή αγωνία και μυστήριο από τον Μαρή, που εδώ βρίσκεται σε μια από τις καλύτερες στιγμές του. Άραγε ο άνδρας με το άσπρο κοστούμι υπάρχει ή είναι στη φαντασία κάποιων ανθρώπων?
Από τα πιο πρωτότυπα αστυνομικά μυθιστορήματα της τελευταίας δεκαετίας με ηρωίδα-ντετέκτιβ, την εντεκάχρονη Φλάβια. O Bradley χτίζει τη πλοκή σταδιακά και με χιούμορ, ξεναγώντας τους αναγνώστες στα μυστικά της βρετανικής υπαίθρου. Μας χαρίζει 'ζωντανές' περιγραφές μέσα από μυστηριώδεις διαδρομές και συναντήσεις που μας φέρνουν βήμα-βήμα πιο κοντά στη λύση του μυστηρίου.
Χωρίς εκτενείς αναφορές στην βρετανική κουλτούρα και ζωή της δεκαετίας του '50, ο αναγνώστης παίρνει μέρος στη λύση του αινίγματος, η οποία περιέχει ανατροπές, ενδιαφέρουσες πληροφορίες και, κυρίως, φρεσκάδα και αγωνία. Βραβείο Dagger πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα (2009).
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα και πιο κλασικά δείγματα της Βρετανικής κουλτούρας και του φλεγματικού χιούμορ της Βικτωριανής εποχής (1889). Ο Τζερόουμ, έξυπνα, χρησιμοποιεί την εκδρομή τριών φίλων με βάρκα στον Τάμεση με τη συντροφιά του απολαυστικού σκύλου τους, Μονμόρενσυ για να σατυρίσει και να καυτηριάσει 'σκοτεινές' στιγμές της Βρετανικής Ιστορίας, αλλά καί ήθη και καταστάσεις της εποχής, όπως την αλαζονική αντίδραση στην ανάπτυξη της τεχνολογίας, τον εγκλωβισμό από τη ζωή στις μεγαλουπόλεις, τον υποχονδριασμό, τον ατομικισμό, τον σνομπισμό, την υποκρισία κτλ.
Το 2ο μέρος του βιβλίου έχει πιο γρήγορη ροή, ενώ, στο σύνολό του, το μυθιστόρημα περιέχει και πολλά στοιχεία χιουμοριστικού διηγήματος καταστάσεων. Μοναδικό και πρωτότυπο - διαθέτει την ίδια 'φρεσκάδα', μετά από.... 129 χρόνια.
Αυτό το βιβλίο του Coelho διαφέρει από όλα τα υπόλοιπα καί στη δομή καί στο περιεχόμενο. Αποτελείται από συμβουλές-κείμενα με φιλοσοφικό τόνο για να ανακαλύψει ο αναγνώστης τον κρυμμένο 'πολεμιστή της φωτιάς' που κρύβει μέσα του. Θα μπορούσε να είναι και ο προάγγελος του 'self-coaching'.
Ο συγγραφέας των σειρών 'Οδός Τρόμου' και 'Ανατριχίλες' ξαναχτυπά (μετά από 20 χρόνια) και μάς παγώνει το αίμα. Μόνο που στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, ο αναγνώστης περιμένει περισσότερο μυστήριο και τρόμο, ενώ το τέλος είναι κάπως απότομο και προβλέψιμο.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Σιμένον περιέχει 'νουάρ' στοιχεία, ψήγματα, μόνο, αστυνομικού μυθιστορήματος (στο τέλος), αλλά, παρ' όλα αυτά, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μια κοινωνική 'τοιχογραφία' των μέσων της δεκαετίας του '30 (1934), αφού στο πλοίο που περιπλέει της ακτές της Δυτικής Αφρικής με κατεύθυνση την Ευρώπη επιβαίνουν από τυχοδιώκτες και αποικιοκράτες μέχρι κλέφτες και ένα φορτίο Κινέζων κάποιοι από τους οποίους πάσχουν από 'Κίτρινο Πυρετό'. Το πιο κοινωνικό και εναλλακτικό από τα 'νουάρ' μυθιστόρημα του Σιμενόν.
Ο Φούσκο κινείται μεταξύ της ατμόσφαιρας της ταινίας 'Seven', του 'Σημείου του Μπόρκμαν' του Νέσερ και του 'Post-mortem' της Πατρίσια Κόρνουελ και κερδίζει το Βραβείο Αστυνομικού Μυθιστορήματος Γκαρφάνια 2014 και Καλύτερου Συγγραφέα της Τοσκάνης 2014. Πέρα από αυτό, εντυπωσιάζει η περιγραφή της σχέσης του ντετέκτιβ με τον γιό του, αλλά καί το 1ο κεφάλαιο, όσο καί οι λεπτομέρειες των 'κατά συρροή' δολοφονιών. Ένα μικρό μειονέκτημα υπάρχει στο προβλέψιμο φινάλε. Ένα, όμως, δυνατό λογοτεχνικό ντεμπούτο.
Από τα πιο πρωτότυπα και πρωτοποριακά αστυνομικά μυθιστορήματα του Μαρή, όπου το βασικό θέμα είναι η αρχαιοκαπηλία. Ο Αποστολίδης δεν παραλείπει να αναφέρει στον πρόλογο ότι ο Μαρής, χωρίς να το ξέρει, περιέγραψε μια φανταστική υπόθεση, η οποία ήταν ο 'προάγγελος' της μετέπειτα πραγματικής λαθραίας διακίνησης και κλοπής αρχαιοτήτων. Στο τέλος του βιβλίου, υπάρχει και ένα πολύ διαφωτιστικό επίμετρο για τον Γιάννη Μαρή από τον Κώστα Καλφόπουλο.
Μέσα από συνεχόμενα flashbacks, η Ρέντελ παρουσιάζει με αποτελεσματικό τρόπο τις αλλαγές που έχει υποστεί η αγγλική κοινωνία τα τελευταία 40 με 50 χρόνια, ενώ με χιούμορ αντιμετωπίζει τις φυλετικές διακρίσεις που υπάρχουν, ακόμα, αν και σε μειωμένο βαθμό. Ο αναγνώστης δεν χάνει το ενδιαφέρον του μέχρι το τέλος, ενώ ένα από τα απροσδόκητα ερωτήματα που προκύπτει από το βιβλίο είναι αν, τελικά, η υπερβολική αγάπη στα ζώα κρύβει αισθήματα μισαλλοδοξίας και μισανθρωπισμού.
Ίσως το πιο καθαρόαιμο 'νουάρ' αστυνομικό μυθιστόρημα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, χωρίς να διαθέτει, όμως, τους σπιρτόζικους διαλόγους και την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα που διακρίνει το 'Γεράκι της Μάλτας' του Χάμετ. Ο Μπερνέτ πλάθει ένα βασικό χαρακτήρα, τον 'Ρίκο', με στόφα κυνική, αμείλικτη, αποφασιστική και επικίνδυνη, ο οποίος βρίσκεται στο παλμό των γεγονότων της πόλης του Σικάγο, όπου η ποτοαπαγόρευση και το οργανωμένο έγκλημα 'διαβρώνουν' αδυσώπητα το μυαλό και τη ψυχή.
Ίσως, το πιο ψυχογραφικό και κοινωνικό αστυνομικό μυθιστόρημα 'νουάρ' του Μπερνέτ στο οποίο συμβαίνει το εξής: η επίδραση του βιβλίου στον αναγνώστη μεγαλώνει περισσότερο μετά τη ολοκλήρωση του, και όχι κατά τη διαρκεια της ανάγνωσης. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο Μπερνέτ προβληματίζει με την εύστοχη περιγραφή της πάλης μεταξύ καλού-κακού στη ψυχή του κεντρικού ήρωα, Ρόι Έρλ, ο οποίος, αν και 'γαλουχημένος' με το αδίστακτο 'πνεύμα' της συμμορίας του διαβόητου Ντίλινγκερ, βασανίζεται από συχνές εσωτερικές συγκρούσεις.
Σε πολλά σημεία, ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι ο Ρόι είναι ο άνθρωπος της 'διπλανής πόρτας', και όχι ένας κακοποιός πρώτου μεγέθους που σπέρνει τον φόβο και τον τρόμο. Αν και αρκετά 'βραδυφλεγής' η πλοκή του μυθιστορήματος, δεν αποπροσανατολίζεται από τον βασικό της στόχο - η δε τελική κορύφωση 'αναδύει' έναν απροσδόκητο 'νουάρ' λυρισμό. Αξέχαστος καί ο Μπόγκαρτ στο ρόλο του 'Ρόι Ερλ' , ενώ οφείλω να αναφέρω ότι η ομώνυμη κινηματογραφική μεταφορά είναι αρκετά πιστή στο βιβλίο.
Και εδώ ο Φιτστζέραλντ καταπιάνεται με την αποπροσανατολιστική και υλιστική δεκαετίας του '20, αλλά με ένα τρόπο περισσότερο επαναστατικό και λιγότερο λυρικό από τον 'Μεγάλο Γκάτσμπυ'. Χαρακτηριστικά, ο συγγραφέας αναφέρει στην εισαγωγή ότι εμπνεύστηκε την ιστορία από τον κουμπάρο και συμφοιτητή του στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, Λάντλοου Φάουλερ, ενώ θεωρεί ότι πρόκειται για ένα από τα καλύτερα κείμενα που έγραψε ποτέ. Θα συμφωνήσω προσθέτοντας ότι αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό λογοτεχνικό δείγμα του νέου μεγαλοαστού άντρα που ενηλικιώνεται, αμέσως μετά τον Α' παγκόσμιο Πόλεμο, παλεύει να ξεφύγει απο μια συμβατική ζωή, προσπαθεί αποτυχημένα να αποφύγει το 'ξέφρενο' πνεύμα του Μεσοπολέμου, αλλά καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια να αγκαλιάζει την μοναξιά, την ραθυμία, την αποστασιοποίηση και την έλλειψη δημιουργικότητας.
Για τον βασικό ήρωα, Άνσον Χάντερ, κάθε στάδιο είναι και ένα μάθημα αυτογνωσίας από το οποίο είτε προσπαθεί να κερδίσει είτε να χάσει σημαντικά κομμάτια του εαυτού του, αφού, αρκετές φορές, αυτοσαμποτάρεται μην μπορώντας να 'αφεθεί' συναιασθηματικά.
Η συγκεκριμένη νουβέλα περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων ' 'Oλοι οι θλιμμένοι νέοι' (1926) και είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί μια από τις περιπτώσεις όπου το εξώφυλλο αποτυπώνει αρκετά εύστοχα την μυστηριώδη ατμόσφαιρα του βιβλίου και προκαλεί το ενδιαφέρον στον αναγνώστη. Θα μπορούσε να είναι μια ιδανική πρόταση για καλοκαιρινό διαβάσμα, παρόλο που η ιστορία εκτυλίσσεται τη περίοδο των Χριστουγέννων, για τον εξής σημαντικό λόγο: η Πολιτοπούλου μάς 'μεταφέρει' σχεδόν με κινηματογραφικό τρόπο, ακόμα, και στα πιο απόκρημνα ή απομεμακρυσμένα νησιώτικα σημεία της Άνδρου και μάς τοποθετεί στο παλμό των γεγονότων ενός γραφικού χωριού όπου το κοινωνικό και οικονομικό χάσμα των κατοίκων και παραθεριστών του οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτια αυτογνωσίας, αλλά και.... εμμονής.
Το 1ο μέρος του μυθιστορήματος 'κυλά' πιο αργά, αλλά σε αυτό σκιαγραφούνται μοναδικά οι βασικοί χαρακτήρες της ιστορίας, κάποιοι από τους οποίους κρύβουν θανάσιμα μυστικά, τα οποία δεν μπορούν να συγχωρεθούν ούτε και.. με τις προσευχές σε ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια του νησιού.
Το 2ο μέρος περιέχει αρκετά στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ και αστυνομικών μυθιστορημάτων τυπου police-procedural - σε αυτό το σημείο, αλλά καί στη κατάληξη της ιστορίας, η Πολιτοπούλου δείχνει και την έντονη επίδραση που έχουν ασκήσει πάνω της βιβλία της Άγκαθα Κρίστι.
'Οι δολοφονίες της οδού Μόργκ' πρωτοδημοσιεύτηκαν το 1841 και αποδεικνύουν περίτρανα ότι ο Πόου, ναι, ήταν ο ποιητής του τρόμου. Η συγκεκριμένη ιστορία αποτελεί και ένα από τα κλασικότερα παραδείγματα αστυνομικής λογοτεχνίας των μέσων του 190υ αιώνα, όπου γίνεται, ακόμα καί από τον τίτλο λογοπαίγνιο με τον θάνατο και τον τρόμο. Ο Πόου καταφέρνει να εντυπωσιάσει και να πρωτοτυπήσει στον τομέα των κινήτρων των δολοφονιών, αλλά και να προσφέρει στον αναγνώστη ρίγη φόβου, όσον αφορά τις περιγραφές των δολοφονιών και τη κάθαρση του τέλους με την ξαφνική ανατροπή. Η πλοκή στο 1ο μέρος παρουσιάζει αρκετά τη δομή σε αστυνομικά μυθιστορήματα τύπου police-procedural, ενώ στο 2ο μέρος κυριαρχεί η ευρηματικότητα και η έκπληξη.
Η συγκεκριμένη έκδοση περιλαμβάνει και 2 μικρότερες ιστορίες, οι οποίες, όμως, δεν προσφέρουν την ανάλογη τέρψη στον αναγνώστη - η 2η είναι αρκετά ατμοσφαιρική και μυστηριώδης στη αρχή, ωστόσο, ολοκληρώνεται απότομα και βιαστικά - η 3η είναι η πιο αδύναμη και πολύπλοκη με ενδιαφέροντα στοιχεία μόνο την αρχή και το βιαστικό, επίσης, τέλος. Σε αναγνώστες που πρωτογνωρίζουν τον Πόου, θα πρότεινα να επικεντρωθούν στη γνωστή ιστορία του βιβλίου, και όχι στις υπόλοιπες 2 μέτριες προσπάθειές του.
Ο Ουώλλας ανήκει στους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας που αποτυπώνουν στα βιβλία τους με εύστοχο τρόπο την ατμόσφαιρα και τα ήθη της εποχής τους, και αυτός είναι ένας από τους λόγους, ίσως, που θεωρείται ξεπερασμένος ή παρωχημένος. Μόνο που δεν ισχύει σε αυτή τη περίπτωση - το συγκεκριμένο μυθιστόρημα (1917) αντικατοπτρίζει αρκετά πειστικά τη τάση της βρετανικής κουλτούρας να καλύπτει την δολοφονική της ματαιοδοξία με το 'προσωπείο' των προσχημάτων και της Bικτωριανής νοοτροπίας, ακόμα, καί κατά το τέλος του Α' Παγκόσμιου Πολέμου.
Εντυπωσιάζουν οι ίντριγκες και τα παιχνίδια δύναμης μεταξύ των βασικών χαρακτήρων του μυθιστορήματος, το επικίνδυνο 'μονοπάτι' της πλαστοπροσωπίας, ο χειριστικός ρόλος των εφημερίδων, αλλά, κυρίως, οι κατασκευές ασφαλείας προηγμένης τεχνολογίας που διέθεταν, εκείνη την εποχή, εξοχικά σπίτια, όπου τα εσωτερικά ασανσέρ τους μπορούσαν να κάνουν κατάβαση, ακόμα, καί στη... κόλαση, μέσα από δαιδαλώδεις χώρους και κρυψώνες.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα αποτελεί ιδιαίτερα δύσκολη περίπτωση κριτικής ανάλυσης και αυτό για τους εξής τρείς λόγους: 1) δεν διαθέτει ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία από συγγραφικής άποψης, 2) το δυνατό του σημείο, όμως, είναι η κινηματογραφική αισθητική στη ροή των γεγονότων της ιστορίας, και 3) έχει συμβάλλει σημαντικά στην εξέλιξη του 'νουάρ' αστυνομικού μυθιστορήματος (κυρίως, του ρομαντικού 'νουάρ').
Σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία, να αναφέρω ότι το μυθιστόρημα είναι αρκετά άνισο στη δομή με το 1ο μέρος να είναι λιγότερο ενδιαφέρον με διφορούμενος και κοφτούς διαλόγους που προσφέρουν μεν αμεσότητα και ταχύτητα στα γεγονότα, αλλά 'εκβιάζουν' απότομα την πλοκή δίνοντας την εντύπωση στον αναγνώστη ότι υπάρχουν ελλείψεις στην βασική ιστορία. Το 2ο μέρος διαθέτει σωστότερο μέτρο, μεγαλύτερο ενδιαφέρον και ουσία, όσον αφορά στην εμβάθυνση στην προσωπικότητα των ηρώων, ενώ η τελική έκβαση μπορώ να πω ότι μένει αξέχαστη στο μυαλό του αναγνώστη, ακόμα και μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου.
Αξέχαστη η ατάκα ενός από τους ήρωες: 'Μόνο εγώ, εσύ και ο δρόμος'.
Το συγκεκριμένο 'νουάρ 'διαμαντάκι' της αστυνομικής λογοτεχνίας (1957) έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό, μετά από σχεδόν 2 δεκαετίες, τον Τσέστερ Χάιμς, και απέσπασε το πρώτο βραβείο αστυνομικής λογοτεχνίας στη Γαλλία το 1958. Λόγω των φυλετικών διακρίσεων στις Η.Π.Α., ο Χάιμς βρισκόταν στην αφάνεια μέχρι που μετακόμισε στη Γαλλία και γνώρισε την επιτυχία.
Το 'Χαμός στο Χάρλεμ' είναι, πολύ πιθανόν, εμπνευσμένο από τα χρόνια που πέρασε στη φυλακή λόγω καταδίκης για ένοπλη ληστεία (αρχές της δεκαετίας του '30). Σίγουρα πρόκειται για ένα από τα πιο πρωτότυπα 'νουάρ' αστυνομικά μυθιστορήματα, όπου οι χαρακτήρες έχουν μοναδικά στοιχεία προσωπικότητας, και το 'βιτριολικό' χιούμορ του συγγραφέα κατακλύζει, κυρίως, το 1ο μέρος, αλλά καί σχεδόν ολόκληρο το βιβλίο.
Στοιχεία της αμερικάνικης κουλτούρας δηλ. από τις φυλετικές διακρίσεις μέχρι τη θρησκοληπτική τάση της εποχής, όπως καί η επικίνδυνη καθημερινότητα σε μια πόλη σαν το Χάρλεμ σατυρίζονται και αποδομούνται με ένα τρόπο που μένει αξέχαστος στον αναγνώστη.
Σαν μειονεκτήματα του βιβλίου θα ανέφερα την αναφορά πολλών δρόμων και λεωφόρων του Χάρλεμ όπου κινούνται οι ήρωες, αλλά και κάποιες επαναλήψεις της πλοκής στο 2ο μέρος. Πέρα από αυτό, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με καταδιωκτική ατμόσφαιρα, αγωνία, γρήγορους ρυθμούς και την... Αδελφή Γαβριηλία να χαρίζει άφθονο γέλιο στους αναγνώστες.
Υ.Γ.: Όποιος αναγνώστης 'ανακαλύψει' το βιβλίο, θα ανταμειφθεί.
Το συγκεκριμένο 1ο βιβλίο της 'Τριλογίας' είναι, ίσως, το πιο αδύναμο, αν και αρκετά ατμοσφαιρικό και μυστηριώδες. Αυτό παρατηρείται, κυρίως, στο 1ο μέρος που είναι αδικαιολόγητα βραδυφλεγές και στατικό, ενώ η πλοκή και η ουσία των γεγονότων παρουσιάζει μια τάση 'διασκορπισμού' και 'χαώδους' περιγραφικής διάθεσης από τη πλευρά του συγγραφέα, ο οποίος αρέσκεται να αναφέρει συχνά και με ψυχαναγκαστικό τρόπο τις ονομασίες των δρόμων του Βερολίνου, διχάζοντας τους αναγνώστες.
Ευτυχώς, όμως, από τη μέση του βιβλίου και μετά, η ιδιορρυθμία, όσο και το ανατρεπτικό χιούμορ του ήρωα-ντιτέκτιβ της 'Τριλογίας, Μπέρνχαρντ Γκούντερ είναι τόσο καταλυτικά που παρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους μαζί και... κάποια πτώματα.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα του ΜακΝτόναλντ με τον ντιτέκτιβ Λου Άρτσερ μπορεί να θεωρείται από τα 'κλασικά' της 'νουάρ' της αστυνομικής λογοτεχνίας, ωστόσο, αυτά που εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη είναι τα έντονα δραματουργικά στοιχεία και οι 'εσωτερικές' συγκρούσεις των ηρώων που έχουν τις ρίζες τους σε μυστικά και αναπάντητα ερωτήματα του παρελθόντος.
Πέρα από αυτά, να αναφέρω ότι υπάρχουν κάποιες ομοιότητες στην ιστορία με 'Το ρίγος' του ίδιου συγγραφέα, αν και, ευτυχώς, αυτό φαίνεται σε κάποιες συγκεκριμένες λεπτομέρειες και όχι στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Πάντως, στα θετικά του μυθιστορήματος, είναι το γεγονός ότι ο ΜακΝτόναλντ καταφέρνει να προσδώσει στους χαρακτήρες των ηρώων του ψυχολογικό βάθος, τέτοιο ώστε να μπορεί να θεωρηθεί 'Το βλέμμα του αποχαιρετισμού' ως το πιο ψυχογραφικό μυθιστόρημά του με αρκετά στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ.
Επιπρόσθετα, το 1ο μέρος του βιβλίου είναι αρκετά 'χαοτικό' χωρίς ιδιαίτερη δομή στη πλοκή και με πλήθος πληροφοριών, τις οποίες προσπαθεί ο αναγνώστης να αποκρυπτογραφήσει, ενώ, από τη μέση και μετά υπάρχει μεγαλύτερη οργάνωση στην ανάπτυξη της ιστορίας και πιο συγκεκριμένος ρυθμός στη πλοκή.
Από τα πιο 'ιδιαίτερα' μυθιστορήματα του ΜακΝτόναλντ, αν και άνισο στη δομή και στον ρυθμό της πλοκής.
Στο 3ο και μεγαλύτερο σε έκταση βιβλίο της 'Τριλογίας του Βερολίνου '(1991), o Kerr μάς μεταφέρει στο μεταπολεμικό κλίμα του 'Ψυχρού' Πολέμου (1947) και δημιουργεί, ίσως, ένα από τα καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα κατασκοπικά θρίλερ/'νουάρ' αστυνομικά μυθιστορήματα, όπου αποδίδεται με πειστικό και εντυπωσιακό τρόπο η 'ζοφερή' ατμόσφαιρα μιας κατεστραμμένης Γερμανίας στην οποία το ένστικτο επιβίωσης μπορεί να έχει ..... θανατηφόρα αποτελέσματα.
Εντυπωσιάζουν οι περιγραφές των κτιρίων που έχουν καταστραφεί από βομβαρδισμούς, η γλαφυρή αναφορά στη πείνα και την εκπόρνευση στους δρόμους του ισοπεδωμένου Βερολίνου, ενώ, από την άλλη πλευρά, διχάζουν τους αναγνώστες η εμμονή του Kerr στη αναφορά των ονομάτων των δρόμων του Βερολίνου, όπως και των δρομολογίων του Γκούντερ, στοιχεία που θα μπορούσαν να μην υπάρχουν με τέτοια συχνότητα στο βιβλίο - τα πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι, επίσης, πολυάριθμα και χρειάζεται προσοχή, κυρίως, κατά την ανάγνωση του 2ου μέρους για να μην υπάρξει σύγχυση μεταξύ των χαρακτήρων.
Ίσως, το πιο συναρπαστικό και 'χορταστικό' βιβλίο της τριλογίας του Κerr.
Καί τα 2 μέρη του βιβλίου είναι 'αργά', ενώ χρειάζεται υπομονή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, αφού η ροή της πλοκής είναι αρκετά βραδυφλεγής - ωστόσο, οφείλω να τονίσω, όμως, ότι σαν ντοκουμέντο μιας υπόθεσης μυστηριώδους δολοφονίας που συγκλόνισε, στις αρχές της δεκαετίας του '50, την επαρχιακή ζωή του Μπέλφαστ παρουσιάζει αρκετά υψηλή αξία ως συγγραφικό έργο και προσπάθεια.
Γενικά, πρόκειται για μια περίπτωση δικαστικής πλάνης που διχάζει, αλλά και προβληματίζει... με τα κοινωνικά της μηνύματα.
Η αμνησία του Κάμπιον, έπειτα από μια συμπλοκή, αποτελεί και τον βασικό άξονα των γεγονότων του 1ου μέρους του βιβλίου, όπου ο ήρωας προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές συγκρούσεις που τού δημιουργούν η λήθη και τα γεγονότα που διαδραματίζονται - παρατηρούνται έντονα στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ, ειδικά, στα σημεία που ο βασικός ήρωας αμφισβητεί τον ίδιο του τον εαυτό. Εδώ, να τονίσω ότι υπάρχουν κάποιες επαναλήψεις, μακρόσυρτη στατικότητα και ασάφεια στη ροή της πλοκής λόγω της πνευματικής κατάστασης του Κάμπιον, η οποία δεν αντιμετωπίζεται εντελώς επιτυχημένα από την συγγραφέα - υπάρχει πιθανότητα να κουράσει και να μπερδέψει τον αναγνώστη η πλοκή.
Το 2ο μέρος είναι πιο γρήγορο, γεμάτο μυστηριώδεις διαδρομές και μυστικά, ενώ εντυπωσιάζουν τα 'νουάρ' στοιχεία, αλλά και η ατμόσφαιρα πολιτικού και κατασκοπικού θρίλερ που δημιουργείται μέσα από το κρεσέντο της αγωνίας για το αν οι ήρωες της ιστορίας έχουν έρθει αντιμέτωποι με μια επικίνδυνη θεωρία συνωμοσίας ή με κάποιο ύπουλο 'παιχνίδι' του μυαλού - ωστόσο, η απάντηση που δίνεται στο τέλος του βιβλίου, ίσως, θεωρηθεί από κάποιους 'απότομη' ή, ακόμα, και μετέωρη.
Ανεξάρτητα από αυτό, πάντως, η ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας απέδειξε ότι διέθετε ρεαλιστικότατη βάση.
Διαβάζεται με πολύ ενδιαφέρον και είναι καλή η μετάφραση του βιβλίου - ωστόσο είναι προβλέψιμο σε αρκετά σημεία και περιέχει 'ευκολίες'. Ως καλοκαιρινό ανάγνωσμα, είναι άκρως προτεινόμενο.
Θεωρείται το 'αριστούργημα' της Χάισμιθ, ωστόσο διαθέτει αρκετή παραδοξότητα σε κάποια σημεία, τα οποία κάνουν τον αναγνώστη να το θυμάται λόγω της καταλυτικής επίδρασης που μπορεί να έχει ο πόνος και η ενοχή στους ανθρώπους.
Είναι πιο 'γρήγορο' στην εξέλιξη της πλοκής σε σχέση με τα άλλα 2 μέρη της τριλογίας του Kerr, και διαθέτει σπιρτόζικους διαλόγους, όπως, τις περισσότερες φορές, καί εύστοχο 'μαύρο' χιούμορ, ωστόσο, είναι το λιγότερο ατμοσφαιρικό και μυστηριώδες από τα βιβλία της Τριλογίας, και σε κάποιες, ίσως, γυναίκες-αναγνώστριες θα φανεί αρκετά 'μισογυνικό' και περισσότερο 'βωμολόχο' από όσο χρειαζόταν να είναι. Οφείλω να τονίσω, όμως, ότι περιέχει καί αυτό το βιβλίο πολλά στοιχεία και λεπτομέρειες ιστορικής αξίας, ειδικά, στο τελευταίο μέρος.
Μια αρκετά καλή προσπάθεια της Αβέρωφ να γράψει ένα χιουμοριστικό, όσο και δραματικό σε κάποια σημεία αστυνομικό μυθιστόρημα που, ωστόσο, εμπεριέχει αρκετές υβριστικές και λαϊκές ατάκες γα να δημιουργήσει ένα κλίμα πιο οικείο και καθημερινό στους αναγνώστες. Αυτό το στοιχείο είναι το πιο αρνητικό του βιβλίου, αφού δεν χρειαζόταν σε τέτοιο βαθμό.
Κατά τα άλλα, το μυθιστόρημα διαθέτει 'φρεσκάδα', αρκετά ενδιαφέροντα ηθογραφικά στοιχεία, όσο και στιγμές γέλιου και αγωνίας. Το ζευγάρι των βασικών ηρώων διαθέτει 'χημεία', ενώ οι προσωπικότητές τους αλληλοσυμπληρώνονται προς όφελος της επίλυσης της υπόθεσης.
Πρόκειται για ένα βιβλίο κατάλληλο ως καλοκαιρινό ανάγνωσμα, αλλά, πέρα από αυτό, θίγει και αρκετά φλέγοντα ζητήματα της σύγχρονης Ελλάδας, δίνοντας μια πιο μοντέρνα διάσταση στην νεοελληνική καθημερινότητα της επαρχίας. Ενδεχομένως, η Αβέρωφ να επηρρεάστηκε από 'Το Καφέ της Χαράς' ή το 'Chocolat'
H Jansson γράφει ένα 'ψυχεδελικό' μυθιστόρημα μυστηρίου με έντονα παραψυχολογικά στοιχεία θρίλερ και εντυπωσιάζει. Ο βάλτος κοντά στο Κτήμα που μένει η κεντρική ηρωϊδα-βιολόγος παρουσιάζεται απειλητικός και κρύβει θανάσιμα μυστικά που οδηγούν βήμα-βήμα πίσω στα στοιχειωτικά γεγονότα του παρελθόντος.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου, αν και αργό και με αρκετές λεπτομέρειες για το βιολογικό-οικολογικό ενδιαφέρον του βάλτου ως αντικείμενο έρευνας 'ξυπνά' εφιάλτες στους ήρωες του μυθιστορήματος, ενώ απειλητική παρουσιάζεται η εικόνα ενός πίνακα με τον τίτλο 'Η κόρη με τα μύρτιλλα', 'αφυπνίζοντας' το υποσυνείδητο της Νάταλι.
Το δεύτερο μέρος έχει πιο γρήγορο ρυθμό και συναρπάζει, έστω και αν η λύση του μυστηρίου διχάζει ή το τέλος μπορεί να φανεί βεβιασμένο. Πρόκειται για ένα πρωτότυπο μυθιστόρημα, όχι αμιγώς αστυνομικό, το οποίο αγγίζει καί το μυαλό καί τη καρδιά.
Τα στοιχεία που ξεχωρίζουν στα μυθιστορήματα του Καροφίλιο πέρα από τις γνώσεις δικαστικής ψυχολογίας που φαίνεται να κατέχει ο ίδιος, είναι η ανθρωπιά, η αμεσότητα και οι προσωπικές αδυναμίες, τα οποία αντιμετωπίζει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αντικειμενικότητα. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ, όμως, μαζί με τα δραματικά στοιχεία, διακρίνονται και αρκετά στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ που έλειπαν από τον βραβευμένο 'Ακούσιο μάρτυρα', δημιουργώντας μια πιο 'κλειστοφοβική' ατμόσφαιρα - οι ήρωες δείχνουν να είναι παγιδευμένοι από το αναπόφευκτο. Ίσως, τα 2 αρνητικά στοιχεία του βιβλίου είναι ότι καθυστερεί να 'ξετυλιχτεί' η πλοκή, και υπάρχει προβλέψιμο (κάπως) τέλος.
Πρόκειται για ένα κοινωνικό δικαστικό μυθιστόρημα που ξεχωρίζει και προτείνεται για τις μέρες του καλοκαιριού (και όχι μόνο).
Η αιθαλομίχλη έχει πολύ έξυπνα χρησιμοποιηθεί από τη συγγραφέα για να μην διακρίνονται οι διαθέσεις των ηρώων, αλλά και για να υπάρχει αιφνιδιασμός - τα 'νουάρ' στοιχεία του βιβλίου προέρχονται και από το συγκεκριμένο καιρικό φαινόμενο του Λονδίνου.
Όχι τόσο αστείο και αγωνιώδες όσο το 'Χαμός στο Χάρλεμ', αλλά με κάποιες πολύ αστείες στιγμές στο 1ο μέρος και αρκετά 'βιτριολικά' σχόλια για τον ρατσισμό στις Η.Π.Α. του 1965.
Θωωρείται, ίσως, το καλύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα του Άμπλερ, ωστόσο αποτελεί παράδειγμα βιβλίου που 'παλεύει' με την παραδοξότητα και την αληθοφάνεια λόγω της υπερβολικά 'φορτωμένης' (σε πολλά σημεία) πλοκής. Οι 2 κεντρικοί ήρωες μπορεί να παρουσιάζουν ενδιαφέρον, όπως και τα ιστορικά στοιχεία που εμπεριέχονται, όμως, υπάρχει έντονα το στοιχείο της προβλεψιμότητας, όσο και των αδιάφορων λεπτομερειών. Οφείλω να τονίσω, όμως, ότι αξίζει να διαβαστεί λόγω των αρκετά εύστοχων διαλόγων μεταξύ των προσώπων του βιβλίου.
Βασισμένο στην αληθινή ιστορία που συγκλόνισε τη παγκόσμια κοινή γνώμη των αρχών του 20ού αιώνα (1911) η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τον καταλληλότερο 'καμβά' για να 'απογειωθεί' λογοτεχνικά το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, ο Page αντιμετωπίζει τον κεντρικό του ήρωα σαν ένα μοντέρνο 'Αρσέν Λουπέν' της δεκαετίας του '80 επιστρατεύοντας αρκετά επιτυχημένα το μαύρο χιούμορ, αλλά και την υπερβολική ανάλυση σε ανούσια γεγονότα, κάτι που αποπροσανατολίζει τους αναγνώστες και τούς κουράζει.
Η ιστορία (ειδικά στο 2ο μέρος) έχει αρκετές στιγμές αγωνίας, οι οποίες, όμως, εναλλάσσονται με στιγμές 'επίπεδης' αφήγησης για τη πορεία του ήρωα μέχρι τη στιγμή της κλοπής του πίνακα - τα σκαμπανεβάσματα στο ρυθμό της πλοκής προσομοιάζουν εκείνα της διάθεσης των αναγνωστών που το διαβάζουν.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, αρκετοί διάλογοι μεταξύ των ηρώων του βιβλίου έχουν ρυθμό, δύναμη και χιούμορ, ωστόσο το μυθιστόρημα, δύσκολα, διαβάζεται χωρίς διακοπές.
Κάλλιστα, το συγκεκριμένο κλασικό 'διαμαντάκι' της αστυνομικής λογοτεχνίας θα μπορούσε να αποτελέσει τον προάγγελο για μυθιστορημάτων, όπως 'Το όνομα του ρόδου' του Έκο ή, 'Το χάρτινο σπίτι', γιατί, απλούστατα, ο Τάζις έγραψε ένα βιβλίο για να τονίσει την αξία του βιβλίου ως ολότητα. Δεν εξυψώνεται, απλά, η φιλαναγνωσία, αλλά, κυρίως, ο ρόλος του βιβλίου ως συλλεκτικό κεκτημένο.
Η ατμόσφαιρα που 'αποπνέει' η ιστορία έχει αρκετά στοιχεία γοτθικού παραμυθιού, ενώ η πλοκή διαθέτει κλιμακούμενη ένταση, χωρίς, όμως, να αναπτύσσονται σε σημαντικό βαθμό και σε βάθος οι χαρακτήρες των ηρώων του βιβλίου.
Γενικά, πρόκειται για ένα πρωτότυπο μυθιστόρημα που ξεχωρίζει όχι τόσο για τους διαλόγους του, όσο για την εμπνευσμένη πλοκή του.
Ο Φεράρι πλάθει τον κεντρικό του ήρωα με ένα κυνισμό και ένα αδυσώπητο αριβισμό που θυμίζει Χάμετ ή ακόμα και Τσάντλερ, καταφέρνοντας, ωστόσο, να εμβαθύνει στον ψυχισμό του, ώστε να δημιουργήσει ένα 'νουάρ' ψυχολογικό θρίλερ που χαράζεται στη μνήμη του αναγνώστη. Αξίζει να αναφέρω, επίσης, ότι το τέλος της ιστορίας αφήνει αρκετό περιθώριο για τροφή στη σκέψη - οι γνώμες για την πορεία και την κατάληξη του κεντρικού ήρωα, ίσως, να οδηγήσουν τους αναγνώστες σε διλήμματα.
Πρόκειται για μια πολύ δημιουργική ιδέα να εκδοθούν οι πιο γνωστές ιστορίες του δημιουργού του 'Γκραν Γκινιόλ, Μωρίς Λεβέλ, ωστόσο κάποιες ιστορίες περιέχουν κάποια αντιφατικά στοιχεία που δεν δικαιολογούν την κατάληξη των ηρώων. Πέρα από αυτό, οφείλω να τονίσω ότι το μοτίβο και τα θέματα αρκετών ιστοριών παρουσιάζουν ομοιότητα, ενώ δίνεται η αίσθηση του 'παρωχημένου' στον αναγνώστη.
Στα πλεονεκτήματα θα μπορούσα να αναφέρω την μεταφυσική ατμόσφαιρα και κάποιους διαλόγους που παραπέμπουν σε φιλοσοφικές παραβολές.