Δωρεάν μεταφορικά για αγορές από 60 € εντός Ελλάδας.
Παραλαβή από θυρίδα που σε εξυπηρετεί, όλο το 24ωρο και χωρίς αναμονή.
Σε περίπτωση μη έγκαιρης παραλαβής, το δέμα επιστρέφεται στη θυρίδα που τοποθετήθηκε από τον πωλητή.
Για αποστολές προς Κύπρο, το μέγιστο βάρος ανά αποστολή είναι 6 κιλά. Στην περίπτωση που το βάρος ξεπερνάει το όριο, θα δημιουργηθούν περισσότερα από ένα δέματα.
Σταθερό κόστος αποστολής ανά δέμα.
Τα δωρεάν μεταφορικά γιά άνω των 60 ευρώ αφορούν μία αποστολή (θυρίδα).
ΕΛΤΑ Courier
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές από 60 € εντός Ελλάδας.
Αφορούν μία αποστολή έως 2000 γραμμάρια. Το επιπλέον κιλό χρεώνεται ο αγοραστής.
Χέρι με χέρι
Συνάντηση στον σταθμό Μετρό Σεπολίων κατά προτίμηση Σαββατοκύριακο.
Η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 1920. Κόρη του Μιχάλη Γκρίτζη και της Ελένης Σάλαρη, τέλειωσε το Γυμνάσιο με μαθήματα κατ’ οίκον, ενώ ασχολήθηκε για λίγο με το χορό. Το 1942 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μα σε σύντομο διάστημα εγκατέλειψε τις σπουδές της και στράφηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών για την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας. Συγχρόνως έπαιρνε μαθήματα φωνητικής στο Ελληνικό Ωδείο. Το 1939 παντρεύτηκε το Γάλλο λόγιο και φιλέλληνα Ροζέ Μιλλιέξ ο οποίος ήταν δάσκαλός της στο Γαλλικό Ινστιτούτο και με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά.
Ήταν μέλος της Ακαδημίας Ρασίν (Racine) του Παρισιού και από το 1981 πρόεδρος στη «Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων», ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Πεν Κλαμπ, του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, της Εταιρείας Κριτικών και Εικαστικών Τεχνών και της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων στην οποία ήταν πρόεδρος από το 1981 ως το 1986. Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος, το βραβείο των Δώδεκα, το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος και το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Την πρώτη της επίσημη λογοτεχνική εμφάνιση πραγματοποίησε το 1945 με δημοσιεύσεις διηγημάτων της στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε παράνομα κυκλοφορήσει μια μετάφραση του έργου του Ζαν Μπριλέ Βερκόρ «Η σιωπή της θάλασσας», ενώ ασχολήθηκε επίσης με θεατρικές μεταφράσεις. Το 1947 εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Πλατεία Θησείου». Το 1973 εκδίδεται από τον Κέδρο το βιβλίο της με τίτλο «Σπαράγματα» το οποίο είναι μέρος του αρχείου της το οποίο σώθηκε από την κατάσχεση της Δικτατορίας.
Ο ποιητής και συγγραφέας Κώστας Βάρναλης, μελετητής του Σολωμού, έγραφε, το 1925, στο έργο του Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική: «Ο συγγραφέας αυτής της μελέτης θαυμάζει τον Σολωμό όσο ή και περισσότερο από κάθε άλλον. Μα μονάχα ο θαυμασμός, που κρατιέται από αντικειμενική γνώση της πραγματικότητας έχει αξία, γιατί έχει θεμέλιο. Είναι θαυμασμός δικαιολογημένος. Και με το να ‘ναι τέτοιος έχει αξιοπρέπεια, δεν πέφτει ποτές στο επίπεδο της ψευτομαρτυρίας ενάντια στα πράγματα».
Ο Πέτρος Χάρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1902. Το πραγματικό όνομα του όνομα ήταν Ιωάννης Μαρμαριάδης, γιος του Νικολάου Μαρμαριάδη με καταγωγή από το χωριό Καμηλάρι της Κάτω Μεσσαράς στην Κρήτη. Στην Αθήνα τέλειωσε το Γυμνάσιο και στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από όπου αποφοίτησε το 1924. Από τα τέλη του 1919 έγινε συνεργάτης του περιοδικού «Η Διάπλασις των Παίδων» στην αρχή με το ψευδώνυμο «Κυανόλευκο λάβαρο» και κατόπιν με το ψευδώνυμο «Πέτρος Χάρης» το οποίο και κράτησε για τα υπόλοιπα χρόνια. Αμέσως μετά άρχισε να συνεργάζεται με αθηναϊκές εφημερίδες και το περιοδικό «Νουμάς» ως συντάκτης και φιλολογικός συνεργάτης. Το 1924 ιδρύει το λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Γράμματα» μαζί με τον Ιωάννη Μ. Παναγιωτόπουλο και Αθανάσιο Κυριαζή το οποίο όμως δεν διατηρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκε η έκδοση της πρώτης του συλλογής διηγημάτων με τίτλο «Η τελευταία νύχτα της γης». Τα πρώτα του έργα εντάσσονται στο κλίμα του συμβολισμού, όπως αυτός εκφράστηκε στην Ελλάδα μέσω του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από δοκιμιακό ύφος με χαμηλούς τόνους και επιμελημένη φόρμα. Το λογοτεχνικό είδος το οποίο καλλιεργεί είναι κυρίως το διήγημα, ενώ έγραψε επίσης ταξιδιωτικά κείμενα και δύο μυθιστορήματα, τις «Ημέρες Οργής» το 1979 και τον «Ανεμοστρόβιλο» το 1992. Εργάστηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών (Γραμματέας και στη συνέχεια Γενικός Γραμματέας με βαθμό Γενικού Γραμματέα Υπουργείου), από όπου αποχώρησε το 1964 με το βαθμό του Επίτιμου Γενικού Γραμματέα. Το 1930 εκλέχθηκε μέλος της Ενώσεως Συντακτών Αθηναϊκών Εφημερίδων, (Ε.Σ.Α.Ε.) και τον Ιανουάριο του 1933 ανέλαβε από κοινού με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο τη διεύθυνση του δεκαπενθήμερου περιοδικού «Νέα Εστία» έως το Δεκέμβριο του 1934. Τον Ιανουάριο του 1935 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος αποχώρησε και ο Πέτρος Χάρης ανέλαβε την θέση του διευθυντή όπου και παρέμεινε έως το Δεκέμβριο του 1987. Το 1946, υπό τη διεύθυνσή του, η «Νέα Εστία» τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Από το 1947 διατέλεσε μέλος της επιτροπής επάθλου Παλαμά και από το 1951 μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου και μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός στην κριτική επιτροπή των λογοτεχνικών και θεατρικών Κρατικών Βραβείων καθώς και μέλος της Ομάδας των Δώδεκα, του ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη. Το 1969 εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην Τάξη Γραμμάτων και Καλών Τεχνών και διατέλεσε πρόεδρος της «Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών κριτικών», αντιπρόεδρος στην «Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών» από την οποία αποχώρησε ιδρύοντας την «Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών». Είναι μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1977 εκλέχτηκε πρόεδρός της. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας για το έργο του «Πολιτείες και θάλασσες«, το παράσημο του ταξιάρχη του τάγματος του Γεωργίου Α’, το χρυσό σταυρό της Αγιορείτικης Χιλιετηρίδας και τον Τίμιο Σταυρό του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Μάρκου.
Ο Γιόχαν Κρίστιαν Φρήντριχ Χαίλντερλιν ήταν Γερμανός λυρικός ποιητής. Το έργο του γεφυρώνει την κλασική σχολή στη λογοτεχνία με τη ρομαντική.
Πληροφορίες γέννησης: 20 Μαρτίου 1770, Λάουφεν, Γερμανία
Απεβίωσε: 7 Ιουνίου 1843, Τύμπιγκεν, Γερμανία
Επιρροές: Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, Φρίντριχ Σίλερ, Πλάτων, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Εκπαίδευση: Tübinger Stift (1788–1793), Ιένα, University of Jena, Evangelisches Seminar Maulbronn
Ο Ανρί Τρουαγιά (γαλλ. Henri Troyat) (γενν. την 1 Νοεμβρίου 1911 και απεβίωσε στις 2 Μαρτίου 2007) ήταν Γάλλος συγγραφέας, βιογράφος, ιστορικός και μυθιστοριογράφος. Γεννήθηκε ως Levon Aslan Torossian (ή Lev Aslanovich Tarasov) στη Μόσχα. Μεταξύ άλλων, βραβεύτηκε και με το Βραβείο Γκονκούρ. Πέθανε στις 2 Μαρτίου 2007, ενώ άλλες πηγές αναφέρουν ως ημερομηνία θανάτου την 4 Μαρτίου 2007.
Ο Κνουτ Χάμσουν(4 Αυγούστου 1859 - 19 Φεβρουαρίου 1952) ήταν Νορβηγός συγγραφέας που του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1920. Το έργο του εκτείνεται σε περισσότερα από 70 χρόνια και εμφανίζει ποικιλία όσον αφορά τη συνείδηση, το θέμα, την προοπτική και το περιβάλλον. Εξέδωσε πάνω από 20 μυθιστορήματα, μια ποιητική συλλογή, μερικά διηγήματα και θεατρικά έργα, ένα οδοιπορικό, μη μυθοπλαστικά έργα και μερικά δοκίμια.
Ο νεαρός Χάμσουν αντιτάχθηκε στο ρεαλισμό και το νατουραλισμό. Υποστήριξε ότι το κύριο αντικείμενο της μοντέρνας λογοτεχνίας πρέπει να είναι οι περιπλοκές του ανθρώπινου νου, ότι οι συγγραφείς θα πρέπει να περιγράψουν τον «ψίθυρο του αίματος και την έκκληση του μυελού των οστών». Ο Χάμσουν θεωρείται «ο ηγέτης της νεορομαντικής εξέγερσης στο γύρισμα του 20ου αιώνα», με έργα όπως η Πείνα (1890), τα Μυστήρια (1892), ο Παν (1894) και η Βικτώρια (1898). Τα μετέπειτα έργα του –ιδίως τα «μυθιστορήματα του Nόρντλαντ»-επηρεάστηκαν από το νορβηγικό νέο ρεαλισμό, που απεικονίζει την καθημερινή ζωή στην αγροτική Νορβηγία και συχνά χρησιμοποιεί τοπική διάλεκτο, ειρωνεία και χιούμορ. Ο Χάμσουν δημοσίευσε μόνο μια ποιητική συλλογή, την Αγρια Χορωδία, που έχει μελοποιηθεί από πολλούς συνθέτες.
Ο Χάμσουν θεωρείται «ένας από τους πιο σημαντικούς και καινοτόμους λογοτεχνικούς στυλίστες των τελευταίων εκατό ετών» (περ. 1890–1990). Πρωτοπόρησε στην ψυχολογική λογοτεχνία με τεχνικές ροής της συνείδησης και εσωτερικού μονόλογου και επηρέασε συγγραφείς όπως οι Τόμας Μαν, Φραντς Κάφκα, Μαξίμ Γκόργκι, Στέφαν Τσβάιχ, Χένρυ Μίλλερ, Έρμαν Έσσε, Τζον Φαντ και Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ χαρακτήρισε τον Χάμσουν "πατέρα της σύγχρονης σχολής λογοτεχνίας σε κάθε πτυχή του - την υποκειμενικότητά του, την αποσπασματικότητά του, τη χρήση των αναδρομών στο παρελθόν, το λυρισμό του. Ολόκληρη η μοντέρνα σχολή της μυθοπλασίας τον εικοστό αιώνα έχει τις ρίζες της στον Χάμσουν ".
Στις 4 Αυγούστου 2009 άνοιξε στο Χάμερεϊ το Κέντρο Κνουτ Χάμσουν. Από το 1916 πολλά από τα έργα του έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο
Το "Θάψτε τους νεκρούς" που παίχτηκε πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη την περίοδο 1936-1937 από το Actor’s Repertory Company. Παρόλο που γράφτηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου, δεν πρόκειται για ένα ακόμη θεατρικό έργο που αφορά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σόου ορίζει τον χρόνο τού έργου του "σαν το δεύτερο έτος του πολέμου που πρόκειται να ξεκινήσει αύριο βράδυ".
Το "Θάψτε τους νεκρούς" που παίχτηκε πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη την περίοδο 1936-1937 από το Actor’s Repertory Company. Παρόλο που γράφτηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου, δεν πρόκειται για ένα ακόμη θεατρικό έργο που αφορά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σόου ορίζει τον χρόνο τού έργου του "σαν το δεύτερο έτος του πολέμου που πρόκειται να ξεκινήσει αύριο βράδυ".
Ο Αντρέ Μωρουά (André Maurois), ψευδώνυμο του Εμίλ Σαλομόν Βίλελμ Ερζόγκ (Émile Salomon Wilhelm Herzog, 26 Ιουλίου 1885 - 9 Οκτωβρίου 1967) ήταν Γάλλος λογοτέχνης και ακαδημαϊκός που διακρίθηκε ως δοκιμιογράφος, ιστοριογράφος και μυθιστοριογράφος αλλά έγινε, κυρίως, γνωστός για τις μυθιστορηματικές βιογραφίες του, από τις οποίες καλύτερη θεωρείται εκείνη που αφορά τον Μαρσέλ Προυστ (Σε αναζήτηση του Μαρσέλ Προυστ).
Γεννημένος στη Χίο ο Νίκος Γιαλούρης στα 1928 ζούσε, εργαζόταν και δίδασκε μόνιμα στο νησί του.
Από το 1945 πραγματοποίησε δεκάδες εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με συμμετοχή στη Μπιενάλε Αλεξανδρείας το 1976 και στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ το 1971.
Κατά καιρούς έκθεσε, μετά από προσκλήσεις στην Αμερική, Σκανδιναβία, Ρωσία, Καναδά κ.α.
Έγραφε ποίηση, θέατρο, δοκίμιο ενώ από το 1958 δημοσιογραφούσε στο ντόπιο, αθηναϊκό και ξένο τύπο από το 1958.
Συνεργάστηκε με το ραδιόφωνο και την τηλεόραση και είχε στο ενεργητικό του ταινίες μικρού μήκους με πρώτη την αγγλο- ελληνική παραγωγή (1966) ΤΟ ΝΗΣΙ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ, με θέμα τη Χίο και την καλλιτεχνική του δουλειά πάνω σ’ αυτήν. Συνεργάσθηκε επίσης σε διάφορες ταινίες για τη Χίο με τελευταία τη ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ και ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ Χίο.
Είχε ασχοληθεί με τη σκηνογραφία και τη διακόσμηση (ΟΜΗΡΕΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΧΑΝΔΡΗ ΧΙΟΥ και ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ- Χαλκιδική) και είχε σχεδιάσει υφάσματα, κοσμήματα, εξώφυλλα βιβλίων και δίσκων.
Ήταν μέλος του Καλλιτεχνικού επιμελητηρίου, του ΚΥΚΛΟΥ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ και της Διεθνούς Ομάδας Καλλιτεχνικής Χειροτεχνίας.
Τα έργα του ήταν χαρακτικά, λαδοπαστέλ, ακρυλικά και σχέδια με σινική και μικτή τεχνική. Θέματα του: το χιώτικο και γενικά το νησιωτικό τοπίο, αλλά και τα σύγχρονα κοινωνικά και περιβαλλοντικά δρώμενα.
Το εργαστήριο και μόνιμο εκθετήριο του στεγαζόταν στο σπίτι του στη γραφική συνοικία της Αγίας Μαρίνας Καλοπλύτου στη Χίο.
Πέθανε την πρώτη μέρα του καλοκαιριού του 2003, ημέρα Κυριακή στις 8.30 το βράδυ.
Η επαφή της πόλης με τον δυτικό πολιτισμό δημιούργησε μια σημαντική πολιτιστική κληρονομιά στην Καλαμάτα. Μια παράδοση που ξεκινάει με τις μαντολινάτες παλαιότερων εποχών και φτάνει μέχρι σήμερα, όπου η πόλη έχει μια έντονη πολιτιστική ζωή με φορέα της τη ΔΕΠΑΚ (Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Καλαμάτας), το ΔΗΠΕΘΕΚ (Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Καλαμάτας)[36], τη δημοτική κοινωφελή επιχείρηση Φάρις και άλλους ιδιωτικούς φορείς.
Την άνοιξη του 1995 ιδρύθηκε το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας με αντικείμενο την προώθηση της χορευτικής τέχνης και με άξονες την έρευνα, την εκπαίδευση και την καλλιτεχνική δράση και παραγωγή. Η πολυμορφία τάσεων που διαπερνά τον σύγχρονο χορό αλλά και η διεύρυνση του κοινού που προσεγγίζει και αγαπά αυτή την τέχνη αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή βασικό μέλημα της πολιτικής προγραμματισμού του. Οι παραστάσεις, τα εργαστήρια (workshops) καθώς και οι παράλληλες εκδηλώσεις στο πλαίσιο του φεστιβάλ ελκύουν χιλιάδες λάτρεις της τέχνης και της δημιουργίας, ενώ η λειτουργία του Μεγάρου Χορού Καλαμάτας από το 2014 έδωσε μια νέα πνοή στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού του φεστιβάλ, αλλά και της ίδιας της πόλης. Το Μέγαρο Χορού έχει επιφάνεια 1500 τ.μ. και διαθέτει 675 θέσεις θεατών και 15 ειδικές θέσεις ΑΜΕΑ. Υπάρχει σε αυτό αίθουσα 350 τ.μ. για προπόνηση των χορευτών. Διαθέτει, επίσης, χώρους διοίκησης, βιβλιοθήκη, κυλικείο και φουαγιέ.
Μέγαρο Χορού Καλαμάτας
Το 1899 ξεκίνησε η έκδοση της εφημερίδας «Θάρρος», η οποία κυκλοφορεί μέχρι και σήμερα[38].
Το Δημοτικό Ωδείο, η Σχολή Χορού και το Εικαστικό Εργαστήρι είναι οι τρεις σχολές της ΔΕΠΑΚ. Επίσης το ΔΗΠΕΘΕΚ, καθώς και άλλα ιδιωτικά θεατρικά σχήματα, κάνουν έντονη την παρουσία τους στην πόλη. Η πολιτιστική ζωή συμπληρώνεται με διάφορες εκθέσεις ζωγραφικής που γίνονται στη Δημοτική Πινακοθήκη, με σεμινάρια ιστορίας, φιλοσοφίας και άλλα που διοργανώνουν οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, καθώς και με διάφορες άλλες εκδηλώσεις, που οργανώνονται από φορείς της πόλης. Επίσης, συχνή είναι η παρουσία στην πόλη σημαντικών καλλιτεχνών σε διάφορες εκδηλώσεις. Τέλος, το σπουδαιότερο πολιτιστικό γεγονός της πόλης είναι το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού, στο οποίο συμμετέχουν μεγάλα ονόματα από το διεθνή χώρο του χορού και διοργανώνεται μια φορά το χρόνο από το 1995.
Το έτος 2000, ο Δήμος Καλαμάτας ίδρυσε την Κεντρική Βιβλιοθήκη του, ενώ η λειτουργία της ξεκίνησε το 2004. Η συλλογή της βιβλιοθήκης αποτελείται πάνω από 20.000 τίτλους βιβλίων και περιοδικών, εκ των οποίων οι 13.000 είναι στη διάθεση του αναγνωστικού κοινού, μέρος των οποίων έχει μηχανογραφηθεί στο πρόγραμμα ABEKT. Καλύπτει όλες τις επιστήμες με ποικιλία θεματολογίας και εμπλουτίζεται με νέες προσκτήσεις βάσει των αναγκών των χρηστών
Στην πολιτιστική-αρχαιολογική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής συνέβαλαν δραστικά οι εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης και επισκευής (1992-1998) του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Μεσσήνης από τον ανασκαφέα καθηγητή Πέτρο Θέμελη, ενώ το Μουσείο άνοιξε τις πύλες του τον Μάρτιο του 2000. Σήμερα πραγματοποιούνται διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενώ κάθε χρόνο οι αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες που ανεβαίνουν στο Θέατρο της Αρσινόης προσελκύουν λάτρεις της αρχαίας πολιτιστικής κληρονομιάς και της εκσυγχρονισμένης αυτής μορφής της.
Η Αθηναϊκή Λέσχη είναι λέσχη αγγλικού τύπου των Αθηνών.
Ιδρύθηκε το 1875 ύστερα από πρωτοβουλία του Μιχαήλ Μελά και είναι το μακροβιότερο και αυστηρότερο κλειστό ανδρικό κλαμπ της Αθήνας. Πρώτος πρόεδρος ήταν ο Παύλος Καλλιγάς (1875-1881). Σύμφωνα με το καταστατικό, ο επιτρεπόμενος αριθμός μελών είναι τα χίλια άτομα ενώ οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής.
Για να γίνει κάποιος μέλος στην Αθηναϊκή Λέσχη θα πρέπει πρώτα να προταθεί από 2 μέλη με πενταετή θητεία και ύστερα να εγκριθεί διαδοχικά από το διοικητικό συμβούλιο και την γενική συνέλευση. Η ετήσια συνδρομή είναι 760 ευρώ ενώ η εγγραφή 1.500 ευρώ. Οι υπουργοί θεωρούνται αυτομάτως μέλη και δεν χρειάζεται να περάσουν τη διαδικασία έγκρισης. Μία από τις δραστηριότητες της Λέσχης είναι η ξιφασκία.
Το παλιό κτίριο της Αθηναϊκής Λέσχης επί των οδών Πανεπιστημίου και Αμερικής ανήκε στον Μιχαήλ Μελά. Πρόεδροι κατά καιρούς έχουν διατελέσει οι: Παύλος Καλλιγάς, Μιχαήλ Μελάς, Ανδρέας Αυγερινός, Βασίλειος Μ. Μελάς, Δημήτριος Κιουσόπουλος, Περικλής Πιερράκος Μαυρομιχάλης, Αλέξανδρος Σούτσος κ.ά.
Το 1917, στο απόγειο του Εθνικού Διχασμού, οι βασιλόφρονες, που είχαν την πλειοψηφία στην Αθηναϊκή Λέσχη, διέγραψαν όλους τους βενιζελικούς από αυτή, με αποτέλεσμα οι βενιζελικοί να αποχωρήσουν και να δημιουργήσουν την Λέσχη Φιλελευθέρων. Λίγα χρόνια αργότερα οι βενιζελικοί επανήλθαν στην Αθηναϊκή Λέσχη, αλλά η Λέσχη Φιλελευθέρων συνέχισε κανονικά την λειτουργία της.
Η λίμνη βρίσκεται στο νότιο άκρο του Υμηττού, κοντά στη θάλασσα. Βρίσκεται μέσα σε μια ελλειψοειδή κοιλότητα με μήκος 260 μέτρα και πλάτος 145 μέτρα. Η λίμνη βρίσκεται μισό μέτρο ψηλότερα από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα νερά της προέρχονται από βάθος 50 με 100 μέτρα και έχουν θερμοκρασία από 22°C μέχρι 29°C, υποδεικνύοντας ότι σε κάποιο βάθος επικοινωνεί με το ηφαιστειακό τόξο του Αιγαίου. Επίσης, η λίμνη τροφοδοτείται από μια πηγή γλυκού νερού σε βάθος 17 μέτρων. Στη λίμνη καταλήγει ένα υπόγειο σπήλαιο που επικοινωνεί με τη θάλασσα με διάφορες στοές.
Η λίμνη δημιουργήθηκε όταν τμήμα της οροφής ενός μεγάλου υπόγειου σπηλαίου κατέρρευσε πριν περίπου 2.000 χρόνια λόγω της διάβρωσης και των τεκτονικών κινήσεων, και γι' αυτό δεν υπάρχουν αναφορές από την αρχαιότητα, ούτε καν από τον Παυσανία. Το σπήλαιο βρίσκεται μέσα στα ασβεστολιθικά πετρώματα της περιοχής. Το εξερευνημένο μήκος του σπηλαίου είναι 3.123 μέτρα. Στο σπήλαιο υπάρχουν 14 σήραγγες, ενώ έχει βρεθεί και ένας μεγάλος υποθαλάσσιος σταλαγμίτης. Ο πυθμένας της λίμνης αποτελείται από λασπώδες υπόστρωμα πλούσιο σε θειούχες ενώσεις. Τα νερά της λίμνης έχουν αυξημένη περιεκτικότητα σε μέταλλα και ιχνοστοιχεία, όπως κάλιο, νάτριο, λίθιο, αμμώνιο, ασβέστιο, σίδηρος, χλώριο και ιώδιο. Τα νερά της λίμνης ενδείκνυνται για ρευματικές παθήσεις, αθλητικές κακώσεις, παθήσεις νευρικού συστήματος, δερματοπάθειες και γυναικολογικές παθήσεις. Η κολύμβηση στη λίμνη γίνεται έναντι αντιτίμου και στη λίμνη υπάρχει εστιατόριο-μπαρ.
Τα νερά των Λουτρών Καϊάφα, είναι ιδανικά για δερματικές παθήσεις, άσθμα, ρευματισμούς και ηπατικές παθήσεις. Οι επισκέπτες του Καϊάφα απολαμβάνουν τις υδροθεραπείες τους, σε ένα πανέμορφο τοπίο, με πεύκα και ευκαλύπτους και πραγματοποιούν διακοπές ηρεμίας και χαλάρωσης μακριά από το άγχος της πόλης.
Οι ιαματικές πηγές του Καϊάφα προσελκύουν πολλούς επισκέπτες όλο τον χρόνο και αποτελούν σημαντική πηγή τουρισμού στην περιοχή. Η υδροθεραπεία σε αυτά τα λουτρά είναι από τις πιο αποτελεσματικές και παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή των κατοίκων αλλά και των επισκεπτών του Καϊάφα, που έρχονται από όλο τον κόσμο, για να απολαύσουν στιγμές χαλάρωσης και αναζωογόνησης.
Τα ζεστά νερά των λουτρών πηγάζουν από το σπήλαιο των Νυμφών Ανιγρίδων, όπου σύμφωνα με την μυθολογία γεννήθηκε ο Δάρδανος, πρόγονος των Τρώων. Τα νερά ήταν γνωστά για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες, από τα αρχαία χρόνια. Την ιαματική τους ιδιότητα οι αρχαίοι την απέδωσαν στις νύμφες που κατοικούσαν στα δάση της περιοχής, για αυτό και τα είχαν στολίσει με ναούς και ιερά μνημεία προς τιμή τους. Στη λίμνη Καϊάφα εκτός από τα ιαματικά λουτρά, ο επισκέπτης μπορεί να ασχοληθεί με θαλάσσια sports και θαλάσσιο σκι.
Η Αιδηψός είναι ένα από τα πιο παλιά και γνωστά θέρετρα στον κόσμο όταν πρόκειται για ιαματικά λουτρά και θεραπεία. Υπάρχουν περισσότερες από ογδόντα μεμονωμένες πηγές με νερά που κυμαίνονται από 40 έως 80 βαθμούς.
Κατά τα τελευταία χρόνια, στις υπηρεσίες Spa έχουν γίνει ιδιαίτερες σημαντικές αλλαγές και προσφέρουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες χαλάρωση, μασάζ και ευεξίας. Το νερό από τις πηγές της Αιδηψού είναι πολύ μεγάλης θερμοκρασίας και είναι από τις πλουσιότερες πηγές σε συστατικά στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, καθώς και είναι στην κορυφή της λίστας στις καλύτερες ιαματικές πηγές στον κόσμο.
Είναι πολύ πλούσιες σε στοιχεία, και έχουν πολλά άλατα και μέταλλα. Επιπλέον, οι πηγές παράγουν μεγάλες ποσότητες λάσπης που χρησιμοποιείται για μάσκες προσώπου και άλλα μέρη του σώματος. Το νερό από τις πηγές, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας σπάει τα βράχια κατά την άνοδό του και εμπλουτίζεται με στοιχεία από την γη. Όταν οι λουόμενοι κάνουν μπάνιο στο ιαματικό νερό, οι πόροι του δέρματός τους λαμβάνουν όλα αυτά τα ζωτικής σημασίας στοιχεία, τα οποία ενδείκνυνται για αρκετές παθήσεις όπως: αρθρίτιδα, μετατραυματική αρθρίτιδας, αποκατάσταση μετά από ατυχήματα και σε γυναικολογικά προβλήματα. Φυσικά είναι και ένα είδος πρόληψης και ξεκούρασης από την γεμάτη άγχος καθημερινή ζωή, που δυστυχώς σήμερα ζούμε.
Πήγε σχολείο στην γενέτειρά του Τρίγλεια κι έπειτα, 1878-1884, στην Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και από το 1884 παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετέβη στην Γερμανία όπου έγινε διδάκτωρ το 1892. Γυρίζοντας στην Αθήνα άρχισε να γράφει βιβλία και ιστορικές μελέτες. Γυναίκα του ήταν η Παρθενόπη Ζολώτα και είχαν 4 γιους και μία κόρη. Παιδιά τους ήταν ο Ευάγγελος (1903-1945), γεωπόνος-φυτοπαθολόγος, ο Ιωάννης (1904-1982), δικηγόρος και πολιτικός (Δημοτικός Σύμβουλος Αθηναίων 1954-1958, Πρόεδρος τού Δημοτικού Συμβουλίου τού Δήμου Αθηναίων 1956 και Βουλευτής Αθηνών τής προδικτατορικής Ε.Δ.Α. 1958-1963), ο Γεώργιος, φιλόλογος καθηγητής (1906-1970), η Μαρία (1906-1977) και ο Αριστείδης, δικηγόρος (1909-1937). Εγγόνια του είναι ο επίτιμος δικηγόρος, τ. Νομικός Σύμβουλος τού Νοσοκομείου Ε.Ε.Σ. και μεταφραστής Τρύφων Γ. Ευαγγελίδης (1946-), ο συνταξιούχος τής Τραπέζης Ελλάδος και τ. Διευθυντής και Αντιπρόεδρος τού Ταμείου Υγείας της Ιωάννης Γ. Ευαγγελίδης (1948-), η Παρθενόπη Γ. Ευαγγελίδου (1951-), παιδιά τού Γεωργίου Ευαγγελίδη και η Παρθενόπη Ι. Ευαγγελίδου (1958-2012), κόρη τού Ιωάννου Ευαγγελίδη,
Το 1899 επέστρεψε στην Γερμανία και στο Βερολίνο μαζί με άλλους ίδρυσαν την εφημερίδα "Νέα Ελλάς" που το 1901 συνέχισε την κυκλοφορία της στην Αθήνα. Από το 1901 διορίστηκε καθηγητής σε γυμνάσια και δίδαξε για περισσότερα από 30 χρόνια, από τα οποία τα 11 ως γυμνασιάρχης. Δίδαξε στα γυμνάσια Σύρου, Πάρου , Στυλίδας , Βόλου, στο Α' Γυμνάσιο Πατρών το σχολικό έτος 1916-17[3], και στην Θήβα. Έγινε γυμνασιάρχης στην Ρόδο κι έπειτα στο Πλωμάρι, στη Σητεία, στα Καρδάμυλα και στη Σάμο.
Τιμήθηκε δύο φορές από την Ακαδημία Αθηνών για τα βιβλία του Η ιστορία του Εποικισμού της Ύδρας,(1935) και Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας εις δύο τόμους (1936).
Από το 1940 ως το 1941 ήταν Δήμαρχος Χίου και το 1957 ήταν αντιπρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής επί της Παιδείας. Εξελέγη δύο φορές βουλευτής Χίου, το 1951 με τον Ελληνικό Συναγερμό και το 1956 με την ΕΡΕ.
Πέθανε στις 21 Μαΐου 1983 και κηδεύτηκε τρεις ημέρες μετά, από τον μητροπολιτικό ναό Χίου. Η ταφή έγινε στην Αιγιούσα.
Άφησε συγγραφικό έργο, που αριθμεί 15 βιβλία. Σημαντικά έργα του είναι και "Το Ναυτικό του Γένους των Ελλήνων (τόμος Α΄: Η Ιστορία του)" , "Πονήματα", "Χρονικό των Οινουσσών" και άλλα.
Από τα αποφθέγματα του, που έχουν μείνει στην ιστορία, ξεχωρίζει το παρακάτω ερώτημά του για την ναυτιλία και την ατομικιστική νοοτροπία. "Με τον τεράστιο όγκο της Ναυτιλίας μας και με τις ποικιλώνυμες σημαίες, που είμαστε αναγκασμένοι να επενδύουμε τη ναυτιλιακή μας δραστηριότητα, μπορούμε άραγε να αντιμετωπίσουμε τα ανακύπτοντα προβλήματα με την ατομικιστική νοοτροπία μας και με την ασυντόνιστη τακτική μας;"
Ο Μιλτής Παρασκευαΐδης, πρωτότοκος γιος του καθηγητή Χρήστου Παρασκευαΐδη από την Αγία Παρασκευή Λέσβου και της Αγλαΐας Καραλή από τη Μυτιλήνη που γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1911 στη Σμύρνη, μιας κι ο πατέρας του δίδασκε στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή της, υπήρξε ένας πολυτάλαντος και δημιουργικός άνθρωπος, εργάτης του πνεύματος με πολλές παράλληλες ιδιότητες: δάσκαλος, φιλόλογος, δημοσιογράφος, ζωγράφος, σκιτσογράφος και συνάμα αρχαιολόγος. Η ανήσυχη και ερευνητική δίψα του να αναζητήσει και να φέρει στο φως ιδιαίτερες πληροφορίες γύρω από κρυμμένους αρχαιολογικούς θησαυρούς του νησιού μας και όχι μόνο είχε ως αποτέλεσμα μία σειρά από μελέτες και άρθρα που ερμηνεύουν ανασκαπτικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων και η μελέτη του «Ο προϊστορικός οικισμός του λόφου Προφήτη Ηλία Αγίας Παρασκευής Λέσβου» (A prehistoric settlement on the hill Prophet Elias at the village Agia Paraskevi of the Greek Island Lesbos).
Το φρούριο που σώζεται σήμερα οικοδομήθηκε από τους Τούρκους το 1684, με σκοπό την προστασία της Χαλκίδας από τους Βενετούς. Σχεδιάστηκε από τον Βενετό Gerolimo Galopo και η αρχιτεκτονική του είναι περισσότερο Ευρωπαϊκή και λιγότερο Τουρκική.
Το φρούριο επιτέλεσε το σκοπό του αφού από την κατασκευή του μέχρι και την παράδοση της Εύβοιας στο Ελληνικό κράτος το 1833 είχε μείνει απόρθητο. Κατά την διάρκεια του Βενετοτουρκικού πολέμου, το 1688, πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς από τον Φραγκίσκο Μοροζίνι.
Είναι αδιαμφισβήτητα το κεντρικό πολιτισμικό στολίδι της περιοχής του Μοναστηρακίου, η Παναγία η Παντάνασσα και με την ηθική της μεγαλουργία και την μακραίωνη ιστορική της παράδοση, αποτελεί μια από τις σπουδαίες πολιτισμικές συνιστώσες της ταυτότητας των Αθηνών. Στο πρώτο στάδιο της ίδρυσής της, η Παντάνασσα ήταν ιδιοκτησία του άρχοντα Νικολάου Μπονεφαντζή και μεθύστερα αποτέλεσε καθολικό της γυναικείας Μονής που δημιουργήθηκε, καλύπτοντας όλο τον χώρο της σημερινής πλατείας. Η Μονή τα χρόνια εκείνα ήκμασε, διαθέτοντας και προηγμένες σχολές για την εποχή της χειροτεχνίας, ταπητουργίας κ.λ.π. και αποτελώντας συνάμα άσυλο για τις κατατρεγμένες νέες κοπέλες της εποχής, όπου και τους παρείχετο η δυνατότητα να μάθουν τα βασικά γράμματα και μια τέχνη. Για την κοινωνική και πνευματική της ακμή έτσι, της είχε αποδοθεί το όνομα «Μέγα Μοναστήρι». Πάραυτα με την πάροδο του χρόνου απώλεσε το κύρος και την αίγλη της και ονομάστηκε Μοναστηράκι, ονοματοδοτώντας όλη την περιοχή.
Σκοπός αυτού του μικρού βιβλίου είναι να εφοδιάσει τον επισκέπτη της δυτικής Μεσσηνίας με ένα συνοπτικό οδηγό του Ανακτόρου του Νέστορα, το οποίο ανέσκαψαν ο Carl W. Blegen και η Marion Rawson στο διάστημα 1939 - 1971, καθώς και των κυριότερων μυκηναϊκών θέσεων που έχουν ανασκαφεί στις γύρω περιοχές... (Από πρόλογο εκδόσεως)
Η πατρική της οικογένεια κατάγονταν από το νησί της Νάξου, τα παλαιά χρόνια ονομάζονταν ντέ Μαρή, κι είχε ως οικογενειακό οικόσημο ένα ανοιχτό μάτι. Πατέρας της ήταν ο Νικόλαος Μαρής, υπάλληλος Τηλεγραφείου και μετέπειτα Γενικός Διευθυντής του Τηλεγραφείου Αθηνών. Η μητέρα της κατάγονταν από το Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως και ήταν το γένος Γεωργίου Αντωνιάδου. Η οικογένεια της μητέρας της στα χρόνια της Τουρκοκρατίας εγκαταστάθηκε κι έζησε για πολλά χρόνια στη Σκύρο. Θείος της ήταν ο Θαλής Αντωνιάδης, ένας από τους ιδρυτές της Θεολογικής Σχολής στη Χάλκης, νομικός και λογοτέχνης καθώς και Πρόεδρος του Φιλολογικού Ομίλου «Παρνασσός», ενώ η θεία της Αγαθονίκη Αντωνιάδου, που είχε γεννηθεί στη Σκύρο το 1854 και πέθανε στην Αθήνα το 1928, ήταν λογία και ποιήτρια.
Η Νίκη έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Λαύριο, όπου υπηρετούσε ο υπάλληλος πατέρας της. Ο σύζυγος της ήταν προσωπικός φίλος του Ναυάρχου και μετέπειτα προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Παύλου Κουντουριώτη. Η Νίκη Μαρή - Πέρδικα συνεισέφερε για 25 χρόνια ως Έφορος Ιματιοθήκης στο Λύκειο Ελληνίδων και στο Τμήμα Μητέρων, καθώς και στην Ένωση Αναπήρων Παιδιών. Διατέλεσε Αντιπρόεδρος στην Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, ανακηρύχθηκε Επίτιμος Αντιπρόεδρος στο Σύνδεσμο Αποφοίτων Αρσακειάδων, ήταν Αντιπρόεδρος της Ρ.Ε.Ν. Ελλάδος και Σύμβουλος στην «Εταιρεία Ευβοϊκών Μελετών». Ήταν μέλος στη «Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά». Προσωπική της φίλη ήταν η εθνικίστρια ποιητής Θεώνη Δρακοπούλου γνωστή με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μυρτιώτισσα, η οποία την επισκέφθηκε στο σπίτι της λίγες μέρες πριν το θάνατό της.
Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών την περίοδο 1928-1932 ενώ υπηρέτησε το 1940 ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Στα 1940 διορίστηκε επιμελητής αρχαιοτήτων Γορτυνίας ενώ στη συνέχεια έφορος του φορέα με τον τότε τίτλο «Δημόσια Βιβλιοθήκη της Σχολής της Δημητσάνας, Ιστορικό Αρχείο Γορτυνίας». Αργότερα, το 1949, ταξινόμησε το Αρχείο Βλαχογιάννη στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Την περίοδο 1940-1954 εκδίδει παράλληλα διάφορα λαογραφικά μελετήματα σε σχέση με τη γενέτειρά του Δημητσάνα. Τον ενδιέφερε επίσης η μελέτη και άλλων αρχείων της Πελοποννήσου, όπως της Ηλείας, της Γορτυνίας, της λοιπής Αρκαδίας κλπ
Το 1958 πήρε μετάταξη στη Μέση Εκπαίδευση και το 1967 έφτασε στο βαθμό Γενικού Επιθεωρητή και Επόπτη Μέσης Εκπαίδευσης. Το 1962 υπηρέτησε στο Γυμνάσιο Δημητσάνας, ενώ παράλληλα διατηρούσε, χωρίς αμοιβή, τη θέση του εφόρου της εκεί Βιβλιοθήκης. Κατά τη θητεία του στη Μέση Εκπαίδευση, μεταξύ 1962-1968, υπηρέτησε σε διάφορα Γυμνάσια και Λύκεια: στην Τρίπολη, το Μοσχάτο, τον Πειραιά, στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης και στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία. Το έτος 1966 ανακηρύχτηκε Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών με βαθμό «άριστα».
Το 1969 εξελέγη στο αξίωμα του γενικού γραμματέα, ενώ λίγο αργότερα σε αυτό του προέδρου της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, θέσεις από τις οποίες εργάστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε συνέβαλε στο να αποκτήσει η Εταιρεία αίγλη, μεγάλη επιστημονική καταξίωση και διεθνή αναγνώριση. Ο Κωνσταντίνος Ρωμαίος τον χαρακτήρισε στα 1986 ως στυλοβάτη και αναμορφωτή της Εταιρείας καθώς και πραγματικό ευεργέτη της. Κατέχοντας θέσεις ευθύνης στην Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών επόπτευε την περιοδική επιστημονική έκδοσή της με την ονομασία «Πελοποννησιακά» ενώ η Εταιρεία επί Γριτσόπουλου εξέδωσε επίσης πρακτικά επιστημονικών συνεδρίων τοπικών και διεθνών σπουδών τα οποία διοργάνωσε η ίδια. Υπήρξε πρόεδρος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών την περίοδο 1987-2008, μέχρι και τον θάνατό του. Οι 5.000 τόμοι της προσωπικής του βιβλιοθήκης αποτέλεσαν τη βάση της βιβλιοθήκης της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών.
«Ο Γριτσόπουλος στα χρόνια της ενεργής συγγραφικής του δραστηριότητας δημοσιεύει κυρίως ποικίλα άρθρα και μονογραφίες με έμφαση στη εκκλησιαστική ιστορία και την ιστορία των νεώτερων χρόνων της τουρκοκρατίας, όπως αναφέρει ο ίδιος, και των χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης. Επιδιώκει να επιστρέψει και να εργαστεί στον τόπο που γεννήθηκε τη Δημητσάνα και του δίνεται η ευκαιρία μέσω της δημιουργίας του αρχείου και της Βιβλιοθήκης».
Συμμετείχε επίσης ενεργά τόσο στην Εταιρεία Ιστορικών Σπουδών επί του Νεωτέρου Ελληνισμού, αρχικά ως γενικός γραμματέας και μετέπειτα πρόεδρος και διηύθυνε την περιοδική επιστημονική έκδοσή της με την ονομασία «Μνημοσύνη», όσο και ως ιδρυτής και πρόεδρος της Ενώσεως Επιστημονικών Εταιρειών Ελλάδος και διηύθυνε την περιοδική επιστημονική έκδοσή της με την ονομασία «Επιστημονική Κυψέλη».
Συμμετείχε επίσης σε αρκετά συμβούλια διαχείρισης κληροδοτημάτων και φιλανθρωπικών δράσεων. Λίγες ημέρες πριν αποβιώσει είδε τα Αρχεία Αντωνόπουλου να γίνονται κτήμα της Βιβλιοθήκης Δημητσάνας.
Εγώ ‘μαι η κόρη του νοτιά
Νεράιδα του Ταινάρου
της Μάνης αγριολούλουδο
δροσιά του Ταϋγέτου
που έχω τις μύριες ομορφιές
που έχω περίσσιες χάρες
στο σπίτι είμαι στόλισμα
στον πόλεμο αμαζόνα
και στης αγάπης τον καϋμό
μπροστά μου άλλη δεν βγαίνει
εγώ ‘μαι η Μανιάτισσα
Επί 25 χρόνια, ο δάσκαλος Δημ. Σέττας έσκαβε τα χωριά της Εύβοιας, για να βρει τον θησαυρό που είναι δημοτικά τραγούδια, επωδές, παραδόσεις, πλούσιο φωτογραφικό υλικό, έγχρωμο και ασπρόμαυρο. Αυτά τα χρόνια χώρεσαν σ’ ένα τεκμηριωμένο βιβλίο με τον παραπάνω τίτλο.
Ο εκδότης, στην “Γκαλερί των Βιβλιοφίλων” (Ιπποκράτους 23) έχει άλλα 24 βιβλία που μιλούν για την Εύβοια. Και έχει κατά νουν να πράξει πολλά για χάρη του τόπου αυτού. Ξεφυλλίσαμε στην σύντομη συνάντησή μας στο πατάρι της Μαυρομιχάλη 7 το “πράσινο” βιβλίο του Δημ. Σέττα. Ενδυμασίες, χωριάτικα σπίτια, γραφικά δρομάκια, χωριά που αργοπεθαίνουν, σκηνές από το χωράφι. Αυτά θέλησε να διασώσει ο συγγραφέας. Ένας εκδότης τα κάμει σήμερα κτήμα του λαού. Βρέξαμε, λοιπόν, με κρασί από την Σκεπαστή της Εύβοιας το καινούργιο βιβλίο του οίκου “Σπανός”, ευχηθήκαμε στον συγγραφέα και πήραμε μαζί μας την αισιοδοξία πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, που πιστεύουν στα χωριά μας και στον πολιτισμό που γεννήθηκε μαζί τους”.
Ο Πειραιάς, μια πόλη σήμερα με περίπου 200.000 δημότες αλλά στην πραγματικότητα με υπερδιπλάσιους κατοίκους, ξεκίνησε την πορεία του λίγο μετά την επανάσταση του 1821. Οι μαρτυρίες που έχουμε για τον Πειραιά της προεπαναστατικής περιόδου είναι λίγες και προέρχονται κυρίως από περιηγητικά κείμενα. Ελάχιστο αρχειακό υλικό έχει διασωθεί. Μερικά διάσπαρτα έγγραφα βρίσκονται στη συλλογή του Ι.Α. Μελετόπουλου, κάποια άλλα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ενώ στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας υπάρχουν οι αναφορές των Γάλλων προξένων, που καλύπτουν την περίοδο 1684-1791...
Την οργάνωση του Ιστορικού Αρχείου, που εν τω μεταξύ έχει εμπλουτιστεί και με άλλες δωρεές, αναλαμβάνει, το 1964, ένας αρχαιολόγος με ενεργό συμμετοχή στην επιστημονική και πνευματική κίνηση του Πειραιά, ο Ανδρέας Παπαγιαννόπουλος - Παλαιός, με συνεργάτη του τον Θεόδωρο Βλάσση, δημοσιογράφο. Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας είναι μια σειρά από πολύτιμα ευρετήρια και αποδελτιώσεις, όλα χειρόγραφα. Η πρώτη αυτή προσπάθεια οργάνωσης δεν ολοκληρώθηκε γιατί ο Α. Παπαγιαννόπουλος - Παλαιός παραιτήθηκε το 1967, και ο Θ. Βλάσσης πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1971. Παρ' όλα αυτά, το Ιστορικό Αρχείο εξακολούθησε να λειτουργεί, έστω και χωρίς τα βασικά στελέχη του, με τη φροντίδα όμως της Κυβέλης Κωστέα, μοναδικής υπαλλήλου έκτοτε, προσφέροντας στοιχεία στην έρευνα και στις υπηρεσίες του Δήμου. Σ' αυτό το χρονικό διάστημα, μια σειρά από αξιόλογες επιστημονικές εργασίες, που είχαν ως κύρια πηγή το Ιστορικό Αρχείο, είδαν το φως της δημοσιότητας.
Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1985, η τότε δημοτική αρχή, στην προσπάθεια της να αναδιοργανώσει το Ιστορικό Αρχείο, προσλαμβάνει επιστημονικό προσωπικό. Το 1986 το Αρχείο μεταφέρεται εκ νέου, από τον 6ο όροφο του Δημαρχείου, όπου στεγάζεται από το 1972, σε νέο, λειτουργικότερο χώρο, στο κτίριο όπου έχει πρωτολειτουργήσει, στο Δημοτικό Θέατρο...
Ο Ηλίας Μαριολόπουλος (1900-1991) γεννήθηκε στην Αθήνα. Φοίτησε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και αργότερα φοίτησε με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο του Cambridge απ’ όπου έλαβε πτυχίο Master of Arts. Στη συνέχεια έλαβε δίπλωμα Μετεωρολογίας από τη Μετεωρολογική Σχολή του Imperial College of Science and Technology του Λονδίνου. Ακολούθως εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων, απ’ όπου το 1925 απέκτησε το δίπλωμα Docteur de l’ Université de Paris, Sciences, και το κρατικό Γαλλικό δίπλωμα Docteur es Sciences Physiques. Παράλληλα με τις σπουδές του εργάστηκε στη Βρετανική και Γαλλική Μετεωρολογική Υπηρεσία.
Στα τέλη του 1925 διορίζεται Τμηματάρχης του Μετεωρολογικού τμήματος του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Το 1928, εκλέγεται τακτικός καθηγητής της Έδρας Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας στη Φυσικομαθηματική Σχολή του άρτι συσταθέντος Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η Έδρα που καταλαμβάνει είναι η πρώτη Πανεπιστημιακή Έδρα που ιδρύθηκε στην Ελλάδα με αποκλειστικό αντικείμενο τις επιστήμες αυτές. Το 1935 αναλαμβάνει τη Διεύθυνση του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Το 1938 παντρεύεται την Αικατερίνη – Νίνα, κόρη του Πέτρου Καναγκίνη, Διευθυντή Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, αργότερα Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας.Το 1939 καλείται να καταλάβει τη νεοϊδρυθείσα Έδρα Μετεωρολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Μετεωρολογικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
Με την κήρυξη του πολέμου επιστρατεύεται ως έφεδρος επισμηναγός και αναλαμβάνει τη διοίκηση κλιμακίου αξιωματικών μετεωρολόγων στο επιτελείο της Αεροπορίας. Στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών ο Μαριολόπουλος επέδειξε ιδιαίτερη δράση και ίδρυσε υπηρεσία για τη μέτρηση, πρώτη φορά στην Ελλάδα, του Ατμοσφαιρικού Ηλεκτρισμού. Επίσης ίδρυσε ιδιαίτερο Ακτινομετρικό Σταθμό στoν Υμηττό, ως παράρτημα του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καθοδήγησε δεκάδες διδακτορικών διατριβών.
Το διοικητικό έργο του Ηλία Μαριολόπουλου στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Αθηνών είναι μεγάλο. Εξελέγη δύο φορές Κοσμήτορας της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δύο φορές Κοσμήτορας της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά το Ακαδημαϊκό έτος 1959-60.
Ο Πειραιάς, μια πόλη σήμερα με περίπου 200.000 δημότες αλλά στην πραγματικότητα με υπερδιπλάσιους κατοίκους, ξεκίνησε την πορεία του λίγο μετά την επανάσταση του 1821. Οι μαρτυρίες που έχουμε για τον Πειραιά της προεπαναστατικής περιόδου είναι λίγες και προέρχονται κυρίως από περιηγητικά κείμενα. Ελάχιστο αρχειακό υλικό έχει διασωθεί. Μερικά διάσπαρτα έγγραφα βρίσκονται στη συλλογή του Ι.Α. Μελετόπουλου, κάποια άλλα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ενώ στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας υπάρχουν οι αναφορές των Γάλλων προξένων, που καλύπτουν την περίοδο 1684-1791. [...]
Την οργάνωση του Ιστορικού Αρχείου, που εν τω μεταξύ έχει εμπλουτιστεί και με άλλες δωρεές, αναλαμβάνει, το 1964, ένας αρχαιολόγος με ενεργό συμμετοχή στην επιστημονική και πνευματική κίνηση του Πειραιά, ο Ανδρέας Παπαγιαννόπουλος - Παλαιός, με συνεργάτη του τον Θεόδωρο Βλάσση, δημοσιογράφο. Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας είναι μια σειρά από πολύτιμα ευρετήρια και αποδελτιώσεις, όλα χειρόγραφα. Η πρώτη αυτή προσπάθεια οργάνωσης δεν ολοκληρώθηκε γιατί ο Α. Παπαγιαννόπουλος - Παλαιός παραιτήθηκε το 1967, και ο Θ. Βλάσσης πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1971. Παρ' όλα αυτά, το Ιστορικό Αρχείο εξακολούθησε να λειτουργεί, έστω και χωρίς τα βασικά στελέχη του, με τη φροντίδα όμως της Κυβέλης Κωστέα, μοναδικής υπαλλήλου έκτοτε, προσφέροντας στοιχεία στην έρευνα και στις υπηρεσίες του Δήμου. Σ' αυτό το χρονικό διάστημα, μια σειρά από αξιόλογες επιστημονικές εργασίες, που είχαν ως κύρια πηγή το Ιστορικό Αρχείο, είδαν το φως της δημοσιότητας.
Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1985, η τότε δημοτική αρχή, στην προσπάθεια της να αναδιοργανώσει το Ιστορικό Αρχείο, προσλαμβάνει επιστημονικό προσωπικό. Το 1986 το Αρχείο μεταφέρεται εκ νέου, από τον 6ο όροφο του Δημαρχείου, όπου στεγάζεται από το 1972, σε νέο, λειτουργικότερο χώρο, στο κτίριο όπου έχει πρωτολειτουργήσει, στο Δημοτικό Θέατρο...
Θεμελιώθηκε στις 28 Ιουνίου του 1842. Εμπνευστής του ήταν ο Μακεδόνας αστρονόμος και καθηγητής αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γεώργιος Βούρης. Ο Γεώργιος Βούρης έπεισε τον Γεώργιο Σίνα να χρηματοδοτήσει την ανέγερση του αστεροσκοπείου Αθηνών[3]. Την ημέρα, μάλιστα, των εγκαινίων συνέπεσε και έκλειψη ηλίου που περιέγραψε ο Δανός ιστορικός και γεωγράφος A. L. Koppen. Το αρχικό κτίριο του πρώτου αυτού ελληνικού ερευνητικού ιδρύματος ήταν προσανατολισμένο στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και χτίστηκε με βάση τα σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλο Χάνσεν στο Λόφο των Νυμφών, έναν από τους επτά λόφους που δεσπόζουν στην πόλη των Αθηνών. Ήταν δωρεά του Βορειοηπειρώτη τραπεζίτη βαρώνου Γεωργίου Σίνα και η κατασκευή του περατώθηκε το 1846 με συνολικό κόστος 500.000 δραχμών.
Στον Λιμένα θα ανακαλύψτε την αρχαία αγορά, τα ιερά του Ηρακλή, του Διονύσου, της Αρτέμιδος και του Ποσειδώνα, καθώς και το αρχαίο θέατρο που κτίστηκε τον 5ο π.Χ. αιώνα. Το σημαντικό παρελθόν του νησιού μοιάζει να ακολουθεί μέχρι και σήμερα την ενέργεια της Θάσου και να είναι ένας από τους δημοφιλέστερους λόγους να το επιλέξετε.
Πριν την επανάσταση του 1821 στην περιοχή είχαν τους κήπους και τα χωράφια τους οι κάτοικοι του κοντινού χωριού Μάζι, κάποιοι είχαν και καλύβες, γι’ αυτό και ονόμαζαν την περιοχή "Μαζέικα Καλύβια". Μετά την επανάσταση οι κάτοικοι του Μαζίου μετοίκησαν στα Καλύβια χτίζοντας το σημερινό κεφαλοχώρι με το όνομα Μαζέικα. Πολύ γρήγορα από το 1830 έγινε σπουδαίο εμπορικό κέντρο της περιοχής και συγκοινωνιακός κόμβος. Από τα Μαζέικα καταγόταν ο λήσταρχος Κωνσταντίνος Πανόπουλος.
Κατά την Γερμανική κατοχή και στις 14 Δεκεμβρίου 1943 ο γερμανικός στρατός λεηλάτησε και έκαψε το μεγαλύτερο τμήμα του χωριού στα πλαίσια της "επιχείρησης Καλάβρυτα".
Γεννήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 1908 στον Πύργο Ηλείας και σπούδασε νομική, φιλολογία και πολιτικές επιστήμες στα πανεπιστήμια της Ρώμης, Νάπολης και της Σιένα. Το 1931 έλαβε το διδακτορικό και εργάστηκε ως τακτικός καθηγητής νεοελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης. Όταν ξέσπασε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, επέστρεψε στην Ελλάδα για να πολεμήσει. Το 1942 διορίστηκε στην τακτική έδρα της μεσαιωνικής και νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και το ακαδημαϊκό έτος 1952-3 διετέλεσε κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου. Παρέμεινε στη θέση του καθηγητή μέχρι το 1968, ενώ παράλληλα δίδασκε νεοελληνική λογοτεχνία στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Από το 1956 είχε επιστρέψει στην Ιταλία όπου εξέδιδε το περιοδικό Rivista Di Studi Bizantini e Neoellenici, ενώ υπήρξε και διευθυντής του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Ρώμης. Στο έργο του επικεντρώθηκε στη διάδοση των νεοελληνικών σπουδών τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία. Μερικά από τα σημαντικότερα έργα του ήταν τα Επτανησιακά μελετήματα (6 τόμ., 1959) και Έγγραφα του αρχείου Βατικανού περί της Ελληνικής Επαναστάσεως (1979). Πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 1982.
Το Απολιθωμένο δάσος της Λέσβου είναι ένα από τα δύο μεγαλύτερα απολιθωμένα δάση στον κόσμο (το άλλο είναι το Εθνικό Πάρκο Απολιθωμένου Δάσους στην Αριζόνα). Απολιθωμένοι κορμοί βρίσκονται διάσπαρτοι σε μία έκταση 150 τετραγωνικών χιλιομέτρων που περικλείεται από τους οικισμούς Σίγρι, Ερεσός και Άντισσα στη δυτική Λέσβο. Μεμονωμένα απολιθώματα βρίσκονται και σε πολλά άλλα μέρη του νησιού, συμπεριλαμβανομένων των χωριών Μόλυβος, Πολιχνίτος, Πλωμάρι και Άκρασι.
Ο σχηματισμός του απολιθωμένου δάσους σχετίζεται με την έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα που έλαβε χώρα στη Λέσβο κατά το τέλος του Ολιγοκαίνου μέχρι το μέσο Μειόκαινο, περίπου πριν 20 εκατομμύρια χρόνια. Η δραστηριότητα αυτή δημιούργησε, εκτός από λάβα, πυροκλαστικά υλικά και ηφαιστειακή σποδό (στάχτη), με συνέπεια την κάλυψη της χλωρίδας στην περιοχή, και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα. Η κάλυψη αυτή είχε ως συνέπεια την απομόνωση των οργανικών υλικών της χλωρίδας από την ατμόσφαιρα. Η ηφαιστειακή δραστηριότητα ακολουθήθηκε από τη δημιουργία υδροθερμικών διαλυμάτων, πλούσιων σε διοξείδιο του πυριτίου (SiO2). Τα διαλύματα αυτά εμπότισαν τη σποδό που είχε καλύψει τους κορμούς των δένδρων, σηματοδοτώντας την έναρξη της απολίθωσής τους, καθώς η οργανική ύλη των κορμών σταδιακά αντικαταστάθηκε από το διοξείδιο του πυριτίου. Η διαγένεση, όπως ονομάζεται αυτή η διαδικασία, έγινε υπό σχεδόν ιδανικές συνθήκες. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των κορμών, όπως οι ετήσιοι δακτύλιοι, οι ανωμαλίες του εξωτερικού φλοιού κτλ. είναι διατηρημένα σε άριστη κατάσταση.
Ο Ευστάθιος Τσοτσορός γεννήθηκε στην Ναύπακτο Αιτωλοακαρνανίας με γονείς τον Νικόλαο και την Ιουλία Τσοτσορού. Έχει νυμφευτεί την Ελένη Χαρίση και έχει δύο παιδιά τον Νικόλαο και τον Δημήτρη.
Είναι Διπλωματούχος Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος Μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1972) και Πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών (1978). Αναγορεύτηκε Διδάκτορας Παντείου Πανεπιστημίου Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών (1982).
Ο Στάθης Τσοτσορός είναι καθηγητής στον Τομέα Νεοελληνικής Κοινωνίας του Παντείου Πανεπιστημίου Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών
Αντικείμενο της έρευνας που δημοσιεύεται είναι ό εντοπισμός των σημείων καμπής στη δραστηριότητα της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 1840-1913. Η περίοδος πού αναλύεται οροθετείται από το έτος από το οποίο αρχίζουν αρκετές διαθέσιμες χρονολογικές σειρές, δηλαδή το 1840, και το έτος πριν από την εμπλοκή της Ελλάδας στον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, δηλαδή το 1913. Στην εργασία αυτή επιχειρείται, ίσως πρώτη φορά για την ελληνική οικονομική ιστορία, ή αντιμετώπιση των οικονομικών εξελίξεων της συγκεκριμένης περιόδου ως ενότητας μέσα από την ανάλυση διαθέσιμων χρονολογικών σειρών, από τις οποίες έχουν διαμορφωθεί οι 90 πίνακες πού παρατίθενται στο κείμενο και στο παράρτημα του βιβλίου. Με αυτή την έννοια ή εργασία αποτελεί συμβολή στην ελληνική οικονομική ιστορία δίνοντας υλικό στους ιστορικούς και στους οικονομικοιστορικούς της ελληνικής οικονομίας αναφορικά με τις εξελίξεις στην οικονομική δραστηριότητα τη συγκεκριμένη περίοδο. Εξάλλου η παντελής έλλειψη μιας παρόμοιας συστηματικής εργασίας δικαιώνει τη διενέργεια της συγκεκριμένης μελέτης, έστω και αν τα αποτελέσματά της υποφέρουν από κάποια ελαττώματα πού σχετίζονται με τις συνθήκες διεξαγωγής της έρευνας. Ως ειδικότεροι στόχοι της εργασίας αυτής μπορούν να αναφερθούν οι παρακάτω: (α) Να προσδιοριστεί ό τύπος (συχνότητα, διάρκεια κτλ.) της εμφάνισης των σημείων καμπής στην ελληνική οικονομία τον 19ο αιώνα, (β) Να μελετηθεί ή σχετική συμπεριφορά του δημοσιονομικού και ιδιαίτερα του τραπεζικού τομέα, (γ) Να διατυπωθούν υποθέσεις για το πρότυπο, και τις διαχρονικές μεταβολές του, των διασυνδέσεων της ελληνικής οικονομίας με τις οικονομίες του εξωτερικού, όπως επίσης για το πρότυπο διασυνδέσεων του οικονομικού κέντρου με την περιφέρεια στο πλαίσιο της εγχώριας οικονομίας. (Από Την Παρουσίαση Σε Οπισθόφυλλο Του Βιβλίου)
Γεννήθηκε το 1895 στη Ναύπακτο και ήταν νεότερος αδερφός του Γεωργίου Αθανασιάδη - Νόβα. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες, καθώς και θεωρία του θεάτρου, στο πανεπιστήμιο της Ιένας της Γερμανίας. Εμφανίστηκε στα γράμματα με την ποιητική συλλογή «Λουλούδια στα μαλλιά της» το 1925. Χρημάτισε νομάρχης στην Κέρκυρα, στη Ζάκυνθο, στη Λέσβο, στην Πάτρα, στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο και στη Χίο.
Ως δημοσιογράφος εργάστηκε στις εφημερίδες «Ακρόπολις» του Γαβριηλίδη, «Πολιτεία», «Νέος Κόσμος» και «Ελεύθερον Βήμα».
Ο Θ. Αθανασιάδης - Νόβας υπήρξε ένας από τους πρώτους Έλληνες συγγραφείς ταξιδιωτικών εντυπώσεων, μαζί με τους Καζαντζάκη, Ουράνη, Παναγιωτόπουλο, Κόντογλου κ.ά. Το 1932 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ένα μήνα στο Βόρειο Πόλο», που εντυπωσιάζει τους κριτικούς με την παρατηρητικότητα και το στιλ της γραφής του. Πράγματι, ο Αθανασιάδης υπήρξε ένας στιλίστας του λόγου κι όπως έγραψε ο Άριστος Καμπάνης, είναι κείνος που «ανακάλυψε και το ύφος και τη γλώσσα, που ταιριάζει στη νέα μας πεζογραφία».
Τα ταξιδιωτικά του κείμενα συγκεντρώθηκαν στον τόμο «Περιπλανήσεις» (1964), που επιμελήθηκε και προλόγισε –όπως όλες τις μεταθανάτιες εκδόσεις των έργων του- η γραμματέας του και αξιόλογη λογοτέχνις Ουράνα Διοματάρη. Σε μια επιστολή του προς αυτήν, το 1943, γράφει χαρακτηριστικά: «Τη δημοσιογραφική επιστήμη την έχω εγκαταλείψει από καιρό […]. Άλλοτε υπήρξε η μονομανία μου. Τώρα με απασχολεί μόνο το θέατρο. Δεν θέλω να το προδώσω». Δεν το πρόδωσε… και ήταν αυτός κι ο Φώτος Πολίτης οι πιο σημαντικοί θεατρικοί κριτικοί της εποχής τους.
Οι θεατρικές εργασίες και κριτικές του Αθανασιάδη περιλαμβάνονται στα βιβλία του «Αθηναϊκή Δραματουργία» (1956), που τιμήθηκε με το «Βραβείο των 12» και «Θεατρικά Μελετήματα» (1963). Η θεατρική του προσφορά, όπως είχε πει ο σκηνοθέτης Σωκράτης Καραντινός, «θ’ αποτελέσει μια μέρα πηγή για τον μελετητή του θεάτρου μας». Από τα δοκίμια του αξιοσημείωτα είναι τα αναφερόμενα στον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Μαλακάση, τον Ψυχάρη και τον Παπαδιαμάντη.
Πέθανε στις 14 Μαΐου 1961 στην Κέρκυρα, την επομένη μιας ομιλίας του εκεί για τον Παπαδιαμάντη.
Η οικογένεια Σκουζέ ήταν αρχοντική οικογένεια των Αθηνών.
Η οικογένεια Σκουζέ εμφανίστηκε τον 17ο αιώνα στην Αθήνα. Το πρώτο μέλος της οικογένειας που αναφέρεται είναι ο Νικόλαος Σκουζές (1640-1710), ο οποίος συμμετείχε στους αγώνες των Βενετών κατά των Τούρκων ενώ ήταν μέλος και στην επιτροπή που στάλθηκε στον Μοροζίνι. Δισέγγονός του ήταν ο Γεωργαντάς Σκουζές (1776-1822), φιλικός και έφορος της Αθήνας καθώς και ο Παναγής Σκουζές.
Την προεπαναστατική περίοδο η οικογένεια Σκουζέ ανήκε σε αυτές της δεύτερης τάξης και, όπως ο Παναγής Σκουζές αφηγείται, «ήτον σχεδόν μιαν οικογένεια από τας 24 οικογενείας οπού οι αριστοκράτες εφοβούντο ως ευκατάστατους και ολίγην παιδείαν». Οι Σκουζέοι διέθεταν μεγάλες εκτάσεις γης ενώ ήταν οικονομικά ευκατάστατοι. Βέβαια την εποχή του Χατζή Αλή Χασεκή, μπέη της Αθήνας, υπήρξαν μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, οι οποίες τελικά ξεπεράστηκαν. Ο Παναγής Σκουζές κατάφερε να αποκτήσει μεγάλη περιουσία και να γίνει ένας από τους κοτζαμπάσηδες της Αθήνας.
Οι απόγονοί του ασχολήθηκαν με τις τραπεζικές επιχειρήσεις και με την πολιτική. Συγκεκριμένα οι Αλέξανδρος και Δημήτριος Σκουζές αναμείχθηκαν με τα κοινά. Ο πρώτος εκλέχτηκε πολλάκις βουλευτής Αττικής και διετέλεσε υπουργός σε πολλές κυβερνήσεις, ενώ ο δεύτερος χρημάτισε δήμαρχος Αθηναίων.
Σήμερα δεν υπάρχουν άρρενες απόγονοι της οικογένειας, παρ' όλα αυτά διατηρούνται κάποια τοπωνύμια όπως είναι ο λόφος Σκουζέ και η πλατεία Σκουζέ όπου υπήρχε η κατοικία της οικογένειας και στην οποία σήμερα υπάρχει η προτομή του Δημητρίου Σκουζέ.
To 1941 ήταν Δήμαρχος Χίου. Εξελέγη δύο φορές βουλευτής Χίου, το 1951 με τον Ελληνικό Συναγερμό και το 1956 με την ΕΡΕ.
Πέθανε το 1983 και κηδεύτηκε στις 24 Μαΐου από τον μητροπολιτικό ναό Χίου. Η ταφή έγινε στην Αιγιούσα.
Άφησε συγγραφικό έργο, που αριθμεί 15 βιβλία.[1] Σημαντικά έργα του είναι και "Το Ναυτικό του Γένους των Ελλήνων (τόμος Α΄: Η Ιστορία του)" , "Πονήματα", "Χρονικό των Οινουσσών" και άλλα.
Από το 1940 ως το 1941 ήταν Δήμαρχος Χίου και το 1957 ήταν αντιπρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής επί της Παιδείας. Εξελέγη δύο φορές βουλευτής Χίου, το 1951 με τον Ελληνικό Συναγερμό και το 1956 με την ΕΡΕ.
Πέθανε στις 21 Μαΐου 1983 και κηδεύτηκε τρεις ημέρες μετά, από τον μητροπολιτικό ναό Χίου. Η ταφή έγινε στην Αιγιούσα.
Άφησε συγγραφικό έργο, που αριθμεί 15 βιβλία. Σημαντικά έργα του είναι και "Το Ναυτικό του Γένους των Ελλήνων (τόμος Α΄: Η Ιστορία του)" , "Πονήματα", "Χρονικό των Οινουσσών" και άλλα.
Από τα αποφθέγματα του, που έχουν μείνει στην ιστορία, ξεχωρίζει το παρακάτω ερώτημά του για την ναυτιλία και την ατομικιστική νοοτροπία. "Με τον τεράστιο όγκο της Ναυτιλίας μας και με τις ποικιλώνυμες σημαίες, που είμαστε αναγκασμένοι να επενδύουμε τη ναυτιλιακή μας δραστηριότητα, μπορούμε άραγε να αντιμετωπίσουμε τα ανακύπτοντα προβλήματα με την ατομικιστική νοοτροπία μας και με την ασυντόνιστη τακτική μας;"
Γεννήθηκε στην Αθήνα, με καταγωγή από τα Μαγούλιανα Αρκαδίας. Σπούδασε Φυσική και Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, από όπου απέκτησε τίτλο μάστερ. Στην Αγγλία έλαβε και δίπλωμα στη Μετεωρολογία. Συνέχισε τις σπουδές του στη Γαλλία, από όπου απέκτησε άλλα δύο διπλώματα.
Το Δεκέμβριο του 1925 διορίστηκε τμηματάρχης στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (όπου ίδρυσε την πρώτη ελληνική υπηρεσία για τη μέτρηση του ατμοσφαιρικού ηλεκτρισμού) και τρία χρόνια αργότερα εξελέγη τακτικός καθηγητής της Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας στη Φυσικομαθηματική Σχολή στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Η εν λόγω έδρα ήταν η πρώτη στα ελληνικά πανεπιστημιακά χρονικά στον τομέα εκείνο. Το 1939 τον βρίσκει καθηγητή Μετεωρολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1959 ως το 1960 ήταν κοσμήτορας στο εν λόγω πανεπιστήμιο.
Εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1965 και πρόεδρός της το 1973.
Μετά το τέλος της πανεπιστημιακής του καριέρας εισηγήθηκε στην Ακαδημία και οργάνωσε το 1977 το Κέντρο Ερεύνης Φυσικής της Ατμοσφαίρας και Κλιματολογίας.
Κηδεύτηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών στις 16 Φεβρουαρίου 1991. Άφησε πλήθος έργων, όπως μελέτες.
Αφερίμ, Ζήσης
(1915 – 1976). Γλύπτης και κεραμοποιός. Καταγόταν από την Ιστιαία της Εύβοιας. Σπούδασε γλυπτική στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου και βραβεύτηκε για τον κορμό ενός αγάλματος. Φιλοτέχνησε πολλά γλυπτά, αρκετά από τα οποία έχουν στηθεί σε δημόσιους χώρους. Στα έργα του συνδυάζονται τα διδάγματα της κλασικής γλυπτικής παράδοσης με τα νεωτεριστικά ρεύματα της αφαίρεσης και της απλοποίησης, διαποτισμένα από μια έντονη αίσθηση ελληνικότητας. Ως κεραμοποιός διακρινόταν για την εφευρετικότητα, τη λεπτή επεξεργασία και τον διακοσμητικό πλούτο. Γλυπτό στο ηρώο του χωριού Καματριάδες της Ιστιαίας, στην Εύβοια, έργο του Ζήση Αφερίμ.