Δωρεάν μεταφορικά για αγορές από 25 € εντός Ελλάδας.
Παραλαβή από θυρίδα που σε εξυπηρετεί, όλο το 24ωρο και χωρίς αναμονή.
Σε περίπτωση μη έγκαιρης παραλαβής, το δέμα επιστρέφεται στη θυρίδα που τοποθετήθηκε από τον πωλητή.
Για αποστολές προς Κύπρο, το μέγιστο βάρος ανά αποστολή είναι 6 κιλά. Στην περίπτωση που το βάρος ξεπερνάει το όριο, θα δημιουργηθούν περισσότερα από ένα δέματα.
Σταθερό κόστος αποστολής ανά δέμα.
Ο τρόπος αυτός αποστολής ισχύει μόνο για αγορές από 3 €.
Χέρι με χέρι
Παράδοση μόνο στη διασταύρωση Ιεράς Οδού και Κωνσταντινουπόλεως, Βοτανικός
Ο τρόπος αυτός αποστολής ισχύει μόνο για αγορές από 15 €.
Πως μπορούν να συνυπάρξουν ένας καθηγητής μαθηματικών με βραχεία μνήμη μόλις ογδόντα λεπτών, η οικιακή βοηθός του και ο δεκάχρονος γιος της;
Η Γυόκο Ογκάουα μέσα από το ιδιότυπο μυθιστόρημά της «Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή» μας παρασύρει σε έναν κόσμο γεμάτο από τη μαγεία των μαθηματικών, πλημμυρισμένο από στοργή και τρυφερότητα, πλασμένο από ποίηση και άγαπη για το αλλόκοτο που γίνεται η καθημερινότητα. Για την καθημερινότητα που σε δραπετεύει από την ανία.
Πρώτοι αριθμοί, φίλοι αριθμοί, τέλειοι, φυσικοί, με την απαράμμιλη γοητεία τους, δημιουργούν γέφυρες ανάμεσα στον καθηγητή με την βραχεία μνήμη και την οικιακή βοηθό και τον γιο της.
Η γαλήνη, η ηρεμία, η ταπεινότητα, ο σεβασμός, η αμοιβαία κατανόηση, είναι κάποια από τα πολύτιμα αγαθά που βρήκαν οι τρεις τους σ’ αυτήν την παράξενη σχέση και που έμεινα αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου.
Το μυθιστόρημα δεν εστιάζει στα μαθηματικά. Εστιάζει στην τρυφερότητα που μπορεί να δημιουργηθεί μεταξύ τριών διαφορετικών ανθρώπων. Όπως ο μαθηματικός τύπος του Όϊλερ, ο αγαπημένος τύπος του καθηγητή, (εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου) «είχε ανακαλύψει φυσικούς δεσμούς ανάμεσα σε αριθμούς που έμοιαζε να μην έχουν την παραμικρή σχέση μεταξύ τους», έτσι και αυτοί οι τρεις διαφορετικοί άνθρωποι, συνδέθηκαν με τρυφερούς δεσμούς, κάνοντας την οικονόμο και τον γιο της τους πρώτους, μετά τα μαθηματικά, πραγματικούς φίλους του καθηγητή.
Ένα πραγματικά ευαίσθητο και γοητευτικό μυθιστόρημα για τις σχέσεις των ανθρώπων που, κάποιες φορές, πάνε πιο μακριά και από τη βραχεία μνήμη...
Οι ήρωες του βιβλίου «Κάτι θα γίνει, θα δεις», του Χρήστου Οικονόμου από εκδόσεις Πόλις, μένουν στα Καμίνια, στη Νίκαια, στη Δραπετσώνα. Δουλεύουν σε γκαζάδικα, σε βιοτεχνίες. Κάποιες είναι καθαρίστριες. Κάποιοι είναι άνεργοι.
Δεν είναι ευδαίμονες, ανάλαφροι και ανυποψίαστοι. Δε συχνάζουν στο Κολωνάκι, ούτε κάνουν διακοπές σε υπερπολυτελέστατα ξενοδοχεία. Δεν στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό, ούτε τα ωθούν να πιστέψουν ότι η κινητήριος δύναμη του πλανήτη είναι το χρήμα. Δεν είναι κλέφτες, ούτε απάνθρωποι, αλλά τι σημασία έχει;
Ποιος τους ακούει; Ποιος τους βλέπει; (άραγε να φαντάζουν αόρατοι;)
Δεν υφίσταται η ψυχή τους, μόνο τα χέρια τους. Σκληρά εργαλεία, γεννημένα για να δουλεύουν, να μαυρίζουν. Και όσο πιο πολύ μαυρίζουν, τόσο περισσότερο χρώμα δίνουν στην ελιτίστικη ζωή των λίγων. Είναι τόσο επίκαιρο αυτό το βιβλίο. Τόσο ανθρώπινοι και καθημερινοί οι ήρωές του.
Η γραφή του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πραγματικότητα. Δεν ωραιοποιεί, δεν υποτάσσεται σε συναισθηματισμούς, μόνο γράφει σαν να σε κοιτάει στα μάτια, λέγοντάς σου αλήθειες σκληρές, περιγράφοντάς σου καθημερινότητες απάνθρωπες, για ανθρώπους που δεν είναι περιθωριακοί, αλλά νιώθουν σαν να τους έχουν εξοστρακίσει στο περιθώριο, για ανθρώπους που ο φόβος και η αβεβαιότητα έχει γίνει η δεύτερη φύση τους.
Μια άκρως ξεκάθαρη ματιά για τις παραγκωνισμένες συνοικίες της Αθήνας. Μια γροθιά στο στομάχι που όποιος την αντέξει θα ανακαλύψει μια εξαιρετική σύγχρονη λογοτεχνία για το σκοτάδι που έχει επιβληθεί στις ψυχές κάποιων ανθρώπων.
Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που αναζητεί τη λύση του.
Αλλά η λύση; Που βρίσκεται η λύση;
Ίσως, αν οι προνομιούχοι της ζωής… «αν άλλαζαν πλευρό να δουν τ’ άλλο μισό του κόσμου»... Ίσως, όλα να ήταν αλλιώς...
Μια ειρηνική διαμαρτυρία ενάντια στη χούντα της Βιρμανίας είναι αρκετή για να καταταχθείς στους πιο επικίνδυνους εγκληματίες...
Η ιστορία της σύγχρονης Μιανμάρ, όπως μετονόμασε παράνομα το καθεστώς, το 1989, τη Βιρμανία, είναι μια ιστορία βίας, εγκλεισμού, σωματικής και ψυχολογικής εξαθλίωσης.
Ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, μοναξιά, στέρηση ατομικών δικαιωμάτων, πείνα, είναι η καθημερινότητα των 2.000 πολιτικών κρατουμένων. «Γιατί όλοι αυτοί οι πολιτικοί κράτουμενοι είχαν διαπράξει δύο ασυγχώρητα εγκλήματα: πίστευαν πως τους άξιζε μια αξιοπρεπής ζωή και είχαν το θράσος να τη διεκδικήσουν».
Η συγγραφέας Κάρεν Κόνελι πέρασε δύο χρόνια στη μεθόριο Ταϊλάνδης – Βιρμανίας ανάμεσα σε Βιρμανούς εξόριστους.
Aνέπτυξε ουσιαστική επαφή με ανθρώπους άλλης θρησκείας, άλλης κουλτούρας.
Eμβάθυνε στα άδυτα της ψυχής τους.
Δέκα χρόνια διήρκησε η συγγραφή του συγκλονιστικού μυθιστορήματός της «Το κλουβί της Σαύρας», - βραβείο Orange πρώτου μυθιστορήματος (2007) - (εκδόσεις Πόλις), από τα οποία τα δύο πρώτα έκλαιγε καθημερινά, γεγονός που εξηγεί γιατί οι 578 σελίδες του είναι ποτισμένες με ανθρωπιά.
Η άρτια λογοτεχνική γραφή της Κόνελι μας ξεναγεί σε μια χώρα που λίγοι γράφουνε γι’ αυτήν και λίγα γνωρίζουμε.
Τα θέματα που πραγματεύεται, (η πλήρης κατάργηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δυστυχώς συνεχίζει να ισχύει σε αρκετές χώρες έως σήμερα, και η διεισδυτική ματιά στους χαρακτήρες των ηρώων της), αποτελούν έναν αφυπνιστικό ερεθισμό για τις εφησυχασμένες συνειδήσεις.
Το μυθιστόρημα της Κάρεν Κόνελι είναι ένας ύμνος στην αντίσταση, ψυχική και σωματική, εναντίον της βιαιότητας και της φρικτής ταπείνωσης του ανθρώπου.
Ένας ύμνος στη ζωή και στην ελευθερία, αγαθά στερημένα, σε χώρες ξεχασμένες.
Με την διαπεραστική της γραφή, η Κάρεν Κόνελι, έρχεται να μας τις θυμίσει...
Στην καρδιά της Βαρκελώνης βρίσκεται κρυμμένο ένα κοιμητήριο λησμονημένων βιβλίων, μία λαβυρινθώδης βιβλιοθήκη με ξεχασμένους τίτλους που δεν εκδίδονται πια. Από εκεί ξεκινάει μία μαγευτική περιπλάνηση, που συνεπαίρνει σελίδα, σελίδα τον αναγνώστη. Οι χαρακτήρες του Θαφόν είναι συναρπαστικοί, ιδίως ο ζητιάνος Φερμίν είναι ένας από τους πιο ολοκληρωμένους χαρακτήρες που έχω συναντήσει. Η σκιά του ανέμου είναι ένα βιβλίο ατμοσφαιρικό, σκοτεινά μελαγχολικό και περιπετειώδες, καθηλωτικό και ομιχλώδες που ντύνει τις ώρες της ανάγνωσης με ένα υποβλητικό άρωμα μυστηρίου.
Ένας μέγιστος ύμνος στον κόσμο των βιβλίων και στον έρωτα.
Είναι Τεράστιος ο Ρεμάρκ! Αγάπησα παράφορα τη δηκτική του πένα και την σαρκαστική ειρωνεία του. Να διαβάζεις ένα μυθιστόρημα για τον πληθωρισμό στη Γερμανία, για το παράλογο του πολέμου και για τους αλλόφρονες εθνικιστές, να σκέφτεσαι, να προβληματίζεσαι και συγχρόνως να γελάς, να γελάς από την καρδιά σου! Μόνο οι μεγάλοι συγγραφείς μπορούν να σου γεννήσουν ένα τέτοιο συναίσθημα!
Ο Λούντβιχ είναι για μένα ο ένας, ο μοναδικός και απόλυτος λογοτεχνικός ήρωας. Σαρκαστικός, γοητευτικός και ονειροπόλος. Τον αγαπάς παράφορα! Και αυτός ο έρωτάς του με την Ιζαμπέλ από το ψυχιατρείο… Αποσκευές για τη ζωή οι διάλογοί τους. Προτείνεται ανεπιφύλακτα!
Η Λουσία Μπερλίν δεν ξέρω γιατί́ δεν είναι πασίγνωστη για τα διηγήματά́ της. Λένε ότι είναι ο θηλυκός Κάρβερ αλλά́ ας το πάρουμε φεμινιστικά́ και ας πούμε ότι ο Κάρβερ είναι η αρσενική́ Μπερλίν.
Η συγκλονιστική αυτή γυναίκα είναι ο ορισμός του « πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε όσα ζήσαμε». Δεν κρύβει τα πάθη της, ούτε αυτά που απολάμβανε ούτε όσα την κατέτρεχαν με πρώτο και κύριο τον αλκοολισμό της. Μητέρα τεσσάρων αγοριών δουλεύει σαν δασκάλα, νοσοκόμα, γραμματέας, καθαρίστρια. Το εργασιακό της περιβάλλον είναι ο καμβάς της. Είτε στη Χιλή, είτε στο Τέξας και στη Μοντάνα οι γυναίκες ηρωίδες της - πολλαπλά είδωλα του εαυτού της- κολυμπάνε για να μην πνιγούν. Με το κεφάλι λίγο πάνω από το νερό γράφει, διηγείται, εξομολογείται.
Έφυγε από τη ζωή το 2004 και θα λυπηθείτε για αυτό όταν τη διαβάσετε.
Μελάκ ο μόνος... Στη χώρα του πόλεμος. Φοβάται. Παντού φλόγες. Ο Μελάκ φοβάται. Πιάνει την αδερφή του από το χέρι και τρέχουν. Φοβούνται. Που να πάνε; Κρυώνουν, κλαίνε, τρέχουν πάλι, ξανά και ξανά, να φύγουν μακριά. Βλέπουν τη θάλασσα. Χαίρονται. Βλέπουν τη βάρκα. Φοβούνται. Στριμωγμένοι στη βάρκα αγκαλιάζονται. Ταξιδεύουν. Που πάνε; Φτάνουν κάπου. Στην Ελλάδα τους λένε. Ψαράδες τους παίρνουν αγκαλιά. Νιώθουν ζεστασιά…
Ένα παραμύθι μέσα στο παραμύθι έρχεται να σου θυμίσει πως «η τύχη και η ατυχία δεν κρατάνε για πάντα». Τώρα ο Μελάκ πηγαίνει σχολείο. Δεν φοβάται. Γελάει και δεν φοβάται. Ζωγραφίζει. Δεν φοβάται. Ονειρεύεται. Κι εκεί λίγο φοβάται...
Στόχος μας να τον κάνουμε να μη φοβάται πια.
Και όσο για εμάς τους ενήλικες είναι ευλογία να διαβάζουμε παιδικά παραμύθια…
Προτεινόμενες ηλικίες: 3-6 ετών
Πόση δύναμη μπορεί να έχει μια εικονογράφηση… Ακόμα κι εκεί που απουσιάζουν τα λόγια ή τα λόγια είναι ελάχιστα, οι εικόνες μπορούν να σου μεταφέρουν όλα τα συναισθήματα των ανθρώπων που απεικονίζουν.
Και φαντάσου να έχεις ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα… Όνειρο ζωής για τους περισσότερους από εμάς. Και φαντάσου ξανά ότι αυτό το σπίτι πρέπει να το εγκαταλείψεις γιατί ξεκίνησε ο πόλεμος. Και είσαι μαμά και αναγκάζεσαι μαζί με τις δυο κόρες σου να το σκάσεις για άλλη χώρα, μακρινή. Και φαντάσου εσένα να είσαι η δυνατή, να μη δείχνεις πως λυγίζεις γιατί αγκαλιά σου κρατάς τις δυο σου κόρες. Και φαντάσου τώρα αυτό το ταξίδι, για την ακρίβεια αυτήν τη φυγή, να την διηγείται η κόρη σου, ανήμπορη να κατανοήσει αυτήν την παράλογη φυγή. Και φαντάσου να την ακούς να συγκρίνει τον εαυτό της με τα πουλιά: «εύχομαι μια μέρα σαν κι αυτά τα πουλιά να βρούμε κι εμείς ένα καινούργιο σπίτι. Ένα σπίτι όπου δε θα φοβόμαστε κι έτσι εκεί θα ξεκινήσουμε την ιστορία μας από την αρχή».
Μη φανταστείς τις καινούργιες ιστορίες που δεν άρχισαν, φαντάσου, μόνο, πόσες καινούργιες ιστορίες άρχισαν και χαμογέλα.
Η συγγραφέας εμπνεύστηκε την ιστορία από τη συνάντησή της με δύο κορίτσια σ’ ένα κέντρο μεταναστών στην Ιταλία. Συγκεντρώνοντας ιστορίες προσφύγων και παίρνοντας συνεντεύξεις από ανθρώπους διαφορετικών χωρών, δημιούργησε το «Ταξίδι» ένα βιβλίο-κολάζ απ’ όλες τις προσωπικές ιστορίες και την απίστευτη δύναμη των ανθρώπων μέσα σ’ αυτές.
Μπορείς μέσα σε μία βαλίτσα να κουβαλήσεις ένα φλιτζάνι, ένα σπίτι, τη θάλασσα και τα πουλιά, τον ουρανό και μια λοφοπλαγιά γεμάτη δέντρα; Πόσους συμβολισμούς αποκτά αυτό το αντικείμενο: η βαλίτσα. Αποσκευές λέμε και μπορούμε να μιλήσουμε για ολόκληρη τη ζωή μας. Μια βαλίτσα ταξίδι- αναψυχή, αλλά και μια βαλίτσα ταξίδι-φυγή. Να φύγεις, χωρίς να θες, να φύγεις, να τρέξεις μακριά… Ναι, σ’ αυτήν τη φυγή μπορεί να κουβαλάς μια φωτογραφία και ένα σπασμένο φλιτζάνι μόνο, μα να’ναι ο κόσμος όλος, ο κόσμος σου, οι αναμνήσεις σου, να μην ξεχάσεις… Και πως μπορεί η δυσπιστία των άλλων να γίνει αγάπη και καλοσύνη και νοιάξιμο και μοίρασμα. Και όλοι μαζί να σου φτιάξουν ένα καινούργιο σπίτι, ένα καινούργιο φλιτζάνι που το μόνο που λείπει είναι κι άλλα ακόμα φλιτζάνια για να’χεις να πίνεις με τους καινούργιους σου φίλους.
Πόσο τρυφερό μπορεί να είναι ένα παραμύθι.. Πόσο μπορεί να σου μάθει ή μάλλον να σου θυμίσει πως όσο φοβισμένοι, κουρασμένοι και λυπημένοι κι αν είμαστε, τα όνειρα που κουβαλάμε στις βαλίτσες μας, οι αναμνήσεις που επικυρώνουν την ύπαρξή μας, είναι και οι μόνες αποσκευές μας. Και όσο φοβισμένοι, κουρασμένοι και λυπημένοι κι αν είμαστε για το αναγκαστικό ξεκίνημα μιας καινούργιας ζωής κάπου μακριά, εκεί που πάμε μπορεί να γνωρίσουμε καινούργιους φίλους και μαζί να φτιάξουμε καινούργιες αναμνήσεις που θα έρθουν κι αυτές να προστεθούν με τη σειρά τους στις αναμνήσεις που επικυρώνουν την ύπαρξή μας.
Η Άννα νιώθει σαν πουλί γιατί η οικογένειά της, όπως οι αγριόχηνες, πηγαινοέρχεται πέρα δώθε. Η Άννα αναρωτιέται πως θα ήταν να μένει σ’ έναν τόπο, να έχει το δικό της κρεβάτι, το δικό της ποδήλατο, τους δικούς της φίλους. Κάποιες φορές αισθάνεται σαν λαγός από εκείνους που μένουν σε εγκαταλελειμμένα λαγούμια και άλλες φορές πάλι αισθάνεται σαν μέλισσα που πετάει από λουλούδι σε λουλούδι και βλέπει τους γονείς της και τα αδέρφια της που κουράζονται στα χωράφια να μεταμορφώνονται και αυτοί σε μέλισσες, σε εργάτριες μέλισσες. «Πως θα ήταν άραγε να είσαι δέντρο με ρίζες χωμένες βαθιά μέσα στη γη;» Όμως τώρα είναι φθινόπωρο και οι αγριόχηνες πετάνε μακριά και μαζί τους φεύγει και πάλι η Άννα και η Άννα νιώθει σαν φτερό στον άνεμο…
Μα φυσικά και δεν είναι όλες οι ιστορίες που μιλούν για τον ρατσισμό και τη ξενοφοβία στενάχωρες, ιδίως όταν υπάρχουν πλάσματα που δεν σκέφτονται ρατσιστικά και ξενοφοβικά όπως ο γλάρος Τζιμ. Ο μαύρος κότσυφας Τζακ γίνεται φίλος με τον λευκό γλάρο Τζιμ, αλλά όταν πάει στο χωριό του Τζιμ όλοι οι γλάροι τον κοιτάζουν περίεργα, γιατί πρώτη φορά βλέπουν κατάμαυρο πουλί. Οι γλάροι δεν δείχνουν να τον συμπαθούν... Στεναχωρημένος ο Τζακ θέλει να γυρίσει στη φωλιά του, όμως ο φίλος του ο Τζιμ δεν τον αφήνει μόνο: «αφού δεν μας θέλουν, δεν θα ξανάρθουμε στο χωριό» του λέει και φεύγουν μαζί. Η φιλία τους είναι πιο δυνατή από χρώματα και προκαταλήψεις και μέρα με τη μέρα μεγαλώνει… Τι γίνεται όμως όταν ο κότσυφας γνωρίζει στον γλάρο την αγάπη της φιλαναγνωσίας και ένα μικρό γλαράκι κρυφακούει αυτές τις πρωτόγνωρες απίθανες ιστορίες; Μπορεί το διάβασμα να διαλύσει φοβίες αιώνων και να ενώσει πλάσματα που ουσιαστικά δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν; Η ερώτηση είναι ρητορική. «Ο φίλος μου ο Τζιμ» είναι ένα απίθανο βιβλίο για τη δύναμη της φιλίας και του διαβάσματος, ιδανικά που έχουν τη δύναμη να εξαφανίσουν ξενοφοβικές οπτικές.
είναι μεγάλη απόλαυση να διαβάζεις παιδικά βιβλία!
Η Βελγίδα εικονογράφος και συγγραφέας Kitty Crowther τιμήθηκε το 2010 με το βραβείο Άστριντ Λίντγκρεν (ALMA), το σημαντικότερο βραβείο παιδικού βιβλίου στον κόσμο.
Όταν στον τόπο που ζει η μαύρη πεταλούδα έπεσε μια μεγάλη ξηρασία η μητέρα της την ενθάρρυνε να φύγει μακριά για να καταφέρει να σωθεί. Γιατί υπάρχουν γονείς που σου ψαλιδίζουν λιγάκι τα φτερά για να υπάρχει πάντα μια αρρωστημένη σχέση αλληλεξάρτησης και άλλοι που η μόνη τους χαρά είναι να σε βλέπουν να πετάς. Αναμφισβήτητα η μαύρη πεταλούδα του παραμυθιού δεν χρειαζόταν ψυχοθεραπεία όσον αφορά την οικογένεια. Μάλλον θα πήγαινε, αν πήγαινε, για να συζητήσει για τα άλλα δεινά, τον θάνατο και τον έρωτα και σίγουρα στην περίπτωσή της και για την ξενιτιά.
Έτσι, λοιπόν, η μαύρη πεταλούδα αναγκάστηκε να ταξιδέψει για άλλους τόπους. Αλλά τι δουλειά έχει μια μαύρη πεταλούδα ανάμεσα σε πολύχρωμες; «Θα μας φάει το φαΐ, Κι αν έρθουν κι άλλες; Κι αν λέει ψέματα; Να φύγει! Να φύγει τώρα, να πάει στον τόπο της!». Ευτυχώς, όμως, πάντα υπάρχει κάποιος που αντιλαμβάνεται την αξία σου κι έτσι το κίτρινο πεταλουδάκι πήρε τη μαύρη πεταλούδα υπό την προστασία του και ήρθε η στιγμή που οι υπόλοιπες πεταλουδίτσες είχαν ανάγκη τις δικές μας αγαπημένες πεταλούδες, γιατί όπως και να το κάνουμε, όταν έχεις περάσει τα δύσκολα και δεν έχεις μάθει να ζεις σαν γάτα Αγκύρας γίνεσαι κομματάκι πιο προνοητικός.
Προτεινόμενες ηλικίες: 4-6 ετών
Και φαντάσου πάλι να μην ξέρεις πότε είναι τα γενέθλιά σου. Να μην ξέρεις τι όνομα σου είχαν δώσει. Να μην ξέρεις σε ποια χώρα γεννήθηκες, ούτε σε ποια πόλη. Να μην ξέρεις αν έχεις αδέρφια. Να ξέρεις μόνο ότι γεννήθηκες κάποια στιγμή το 1944 και πως μωρό, μόνο λίγο μηνών, σώθηκες από το ολοκαύτωμα. Και φαντάσου πάλι να προσπαθείς να φανταστείς τη ζωή της οικογένειάς σου τις τελευταίας εβδομάδες που περάσατε μαζί. Φαντάσου να αναρωτιέσαι πώς να ένιωθαν χιλιάδες άνθρωποι στοιβαγμένοι στα βαγόνια να οδηγούνται προς την κόλαση και το μόνο που να ήξερες με βεβαιότητα είναι ότι η μάνα σου σε πέταξε από το τρένο για να σωθείς: «πηγαίνοντας προς τον θάνατο, η μάνα σου σε πέταξε πίσω στη ζωή».
Όμως η ζωή δεν είναι μόνο πόνος και απώλεια και όσο κι αν μοιάζουν οι ζωές των προσφύγων ή των θυμάτων του ναζισμού, η καθεμιά φοράει το δικό της άρωμα. «Μην προσπαθήσεις να καταλάβεις την Έρικα και να μπεις στην θέση της, δεν γίνεται! Μόνο σκέψου ποιες και πόσες προκαταλήψεις και ποιες λάθος ιδέες οδήγησαν τότε στην απόφαση να εξοντωθούν εκατομμύρια άνθρωποι. Και σκέψου ακόμα ότι και σήμερα, μετά από τόσες δεκαετίες, υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν παρόμοιες ιδέες. Τώρα ξέρεις και καταλαβαίνεις ότι η Έρικα ήταν πολύ τυχερό παιδί!».
Η εικονογράφηση του βιβλίου είναι απλώς συγκλονιστική!
Ο μικρός Μπαντού με έκανε να νιώσω ότι υπάρχουν τόσα πράγματα που ξέρουμε και οφείλουμε να πιστέψουμε σ’ αυτά ώστε να αισθανόμαστε όσο περισσότερο ικανοποιημένοι γίνεται με ό,τι έχουμε καταφέρει στη ζωή μας. Ο μικρός Μπαντού από τη Ζάμπια πηγαίνει στην Πρώτη Δημοτικού και είναι ενθουσιασμένος γι’ αυτό, ωστόσο, ένα λάθος υπήρξε αρκετό ώστε να τον κάνει να φοβάται να ξαναπάει σ’ αυτό το ελληνικό σχολείο. Πόσα πρωτάκια έχουν νιώσει αυτό το συναίσθημα; Πόσα παιδιά βιώνουν το σχολικό άγχος και τον φόβο της απόρριψης; Πόσο μάλλον όταν κατάγονται από ξένη χώρα. Ο Μπαντού, όμως, παρά τη στεναχώρια του από το συναίσθημα της μη αποδοχής που τον κυρίευε κατάφερε να κερδίσει την εύνοια των συμμαθητών του και τη φιλία τους, όταν δεν δίστασε να μιλήσει για τα κεκτημένα του. Γιατί ο Μπαντού ο ξένος δεν είναι τόσο ξένος τελικά και ανήκουν και σ’ αυτόν το παιχνίδι, τα γέλια και η χαρά.
Το βιβλίο προσφέρεται και για εκπαιδευτικούς. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν δραστηριότητες που βοηθούν τα παιδιά να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους και να νιώθουν ασφάλεια, ικανοποίηση και αποδοχή.
Μικρές Σπουδαίες Πράξεις… Οι περισσότεροι ξεχνάμε πως κάποιες φορές μια απλή χειρονομία, μια διαμαρτυρία ή μια απρόσμενη θαρραλέα κίνηση, είναι αρκετή για να προκληθεί μια τεράστια αλλαγή. Η αλήθεια είναι ότι ξεχνάμε την ιστορία της Ρόζας Παρκς που η άρνησή της να σηκωθεί από τη θέση του λεωφορείου για να τη δώσει σ’ έναν λευκό προκάλεσε τόσες αντιδράσεις και διαμαρτυρίες που κατάφεραν να βάλουν τέλος στη φυλετική διάκριση. Ξεχνάμε τον Ιταλό σκηνοθέτη Βιτόριο ντε Σίκα που κατάφερε να σώσει τη ζωή εκατοντάδων εβραίων, εμφανίζοντάς τους ως δήθεν ηθοποιούς και τεχνικούς μιας ταινίας. Ξεχνάμε την Κονθεπθιόν Αρενάλ που για να καταφέρει να σπουδάσει μεταμφιέστηκε σε άντρα, γιατί τότε, στις αρχές του 19ου αιώνα, η μόνη σταδιοδρομία που επιτρεπόταν σε μία γυναίκα ήταν ο… γάμος. Κι άλλους πολλούς ξεχνάμε που έκαναν Μικρές Σπουδαίες Πράξεις ενάντια στις διακρίσεις, αλλά ευτυχώς τα παιδικά βιβλία έρχονται να μας τους θυμίσουν.
Και όπως λέει και η Νόρμα (μία από τις Μεξικάνες, γνωστές σήμερα ως Καλοκυράδες (Las Patronas) που έχουν καταφέρει να στήσουν κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής ένα δίκτυο βοήθειας με καντίνες για τους μετανάστες) «κάτι ξεκινάει σαν μια μικρή πράξη, αλλά μπορεί εύκολα να γιγαντωθεί».
Ένα υπέροχο παιδικό βιβλίο που μας θυμίζει να μην ξεχνάμε…
Λατρεύω ιδιαιτέρως τους συγγραφείς που έχουν ήρωα ένα παιδί και καταφέρνουν να γράψουν ακριβώς όπως μιλάει ένα παιδί. Ο Πάνος Χριστοδούλου είναι μανούλα σ’ αυτό! Μέσα από τις σχολικές εκθέσεις του Άλκη, μαθητή της Πέμπτης Δημοτικού, ξετυλίγεται η ζωή του Ναβίντ, του καινούργιου, ξένου συμμαθητή του. Έτσι μαθαίνουμε πως ένας κακός πρόεδρος επέβαλε στη χώρα του Ναβίντ «δικτατορία (ή διχτατορία, δεν θυμάμαι ποιο είναι το σωστό)», φυλάκισε τον δημοσιογράφο μπαμπά του, απέλυσε τη μαμά του από το νοσοκομείο που εργαζόταν ως γιατρός και τα υπόλοιπα λίγο, πολύ τα γνωρίζουμε. Η μαμά μαζί με τον Ναβίντ αναγκάστηκαν να φύγουν από τη χώρα, μετά από πολλές δυσκολίες βρέθηκαν στην Ελλάδα, και τώρα εργάζεται ως καθαρίστρια. Αυτά και άλλα πολλά μαθαίνουμε σ’ αυτό το υπέροχο βιβλίο.
Πριν το διαβάσει το παιδί σας καλό θα ήταν να το διαβάσετε πρώτα εσείς, γιατί διαβάζοντας τις εκθέσεις του Άλκη καταρχάς θα γελάσεις! Θα δεις μέσα από τα μάτια ενός παιδιού ένα τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα. Θα δεις πως χτίζονται οι προκαταλήψεις (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο άλλος τους συμμαθητής, ο Αλέξανδρος, θύμα κι αυτός των απόψεων των γονιών του) αλλά και πως αυτές οι προκαταλήψεις μπορούν να γκρεμιστούν!. Τα οφέλη από την ανάγνωση του Ναβίντ είναι πολλαπλά!
Το βιβλίο βασίζεται σε αληθινές ιστορίες προσφύγων και συνοδεύεται από εκπαιδευτικό υλικό και δραστηριότητες της Μαρίζας Ντεκάστρο. Χρησιμοποιείται από τους εκπαιδευτικούς ως αφορμή για συζήτηση πάνω στο θέμα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.
Ο μαύρος Τζερεμάια και η λευκή εβραία Έλλις, στα δεκαπέντε τους χρόνια ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον παρά τη διαφορά του χρώματός τους. Αυτή όμως η διαφορά υπήρξε αρκετή ώστε να τους στερήσει μια κοινή πορεία.
Αξίζει, άραγε, ένας έφηβος να διαβάσει μία θλιβερή ιστορία ή καλύτερα μία ιστορία με θλιβερό τέλος; ναι, αξίζει! Γιατί ο έφηβος θυμώνει με την αδικία και η αίσθηση της αδικίας τον κάνει να θέλει να αλλάξει τον κόσμο, να παλέψει, να αγωνιστεί, να μην παραδοθεί αμαχητί! Γιατί, ναι, κάποιες λέξεις όπως ελπίδα, αλλαγή, αγωνία, όνειρο, έρωτας, είναι και θα παραμείνουν αιώνια έφηβες.
Είναι κάποιοι ήρωες μυθιστορημάτων που σεργιανίζουν ολοζώντανοι μέσα σου. Tρυπώνουν από τις χαραμάδες του μυαλού σου και εκεί, ανενόχλητοι, σε βασανίζουν, σου κλέβουν τις σκέψεις και τον ύπνο σου.
Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι ήρωες του Στέφαν Τσβάιχ από το βιβλίο του «Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ» και «Η αόρατη συλλογή». Γιατί και να θες δεν μπορείς να ξεχάσεις τον Εβραίο παλαιοβιβλιοπώλη, Γιάκομπ Μέντελ που δεν γνώριζε τίποτα για τον κόσμο πέρα από τα βιβλία, ούτε τον τυφλό γέρο συλλέκτη που είχε στην κατοχή του μία εκπληκτική συλλογή από γκραβούρες μεγάλων καλλιτεχνών, οι οποίες εξατμίστηκαν, αλλά δεν θα πούμε πως... Και όλα αυτά διαδραματίζονται στη σκοτεινή Γερμανία (η πρώτη ιστορία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και η δεύτερη κατά την περίοδο του υπερπληθωρισμού της δεκαετίας του 1920), μία εποχή που ό,τι κι αν διαβάσεις γι’ αυτήν λίγο θα είναι.
Και δεν μπορείς να μην υμνήσεις την πένα του Τσβάιχ, όπου αυτούς τους φαινομενικά ασήμαντους, μονομανείς ανθρώπους τους περιβάλλει με μία συγκινητική συμπάθεια προσδίδοντάς τους μία διάσταση τραγική μα και μεγαλειώδη συνάμα.
Ο πεντάχρονος Τζακ ζει στο «Δωμάτιο» μαζί με τη μαμά του. Εκεί γεννήθηκε, εκεί έκανε τα πρώτα του βήματα, εκεί τρώει, εκεί κοιμάται, εκεί παίζει, εκεί σκέφτεται, εκεί είναι ο κόσμος του. Εκεί περνάει πολύ όμορφα. Του διαβάζει η μαμά παραμύθια, δημιουργούν λεξόπιτες, κάνουν γυμναστική, λένε τραγουδάκια, φτιάχνουν κατασκευές, μαγειρεύουν, βλέπουν τηλεόραση όπου τίποτα μέσα σ’ αυτό το κουτί δεν είναι αληθινό. Μόνο οι δυο τους είναι αληθινοί, έξω από το Δωμάτιο είναι το «απώτερο διάστημα». «Η θάλασσα και οι παραλίες είναι τηλεόραση, τα δάση είναι τηλεόραση και οι ζούγκλες επίσης και οι έρημοι και οι δρόμοι και οι ουρανοξύστες και τα αυτοκίνητα, τα ζώα είναι τηλεόραση». Εκεί υπάρχει η αγαπημένη του μοκέτα, που ακόμα έχει το αίμα από την στιγμή που έβγαινε από την κοιλίτσα της μαμάς, εκεί υπάρχει το αγαπημένο του Κουτάλι, και το Σετ Ραπτικής, εκεί ζει ο Αυγοφίδης στο Κάτω από το Κρεβάτι, φτιαγμένος από τσόφλια αυγών, εκεί είναι ο κόσμος του και νιώθει όμορφα και ασφαλής μέσα σ’ αυτόν..
Το δωμάτιο δεν έχει παράθυρα, μόνο έναν φεγγίτη πολύ ψηλά. Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Την ανοίγει κάποια βράδια ο Σατανίκ που τους φέρνει προμήθειες, τους βγάζει τα σκουπίδια και τους πηγαίνει το κυριακάτικό τους δώρο. Όταν έρχεται ο Σατανίκ στο Δωμάτιο η μαμά του τον κοιμίζει στην ντουλάπα για να τον προφυλάξει απ’ το άγριο βλέμμα του. Μόλις φεύγει τον παίρνει πάλι στο κρεβάτι και πίνει από το γάλα της...
Το Δωμάτιο είναι για τον Τζακ το σπίτι του. Για τη μαμά του, όμως, είναι η φυλακή της όπου είναι κλεισμένη από τα δεκαεννιά της, εφτά χρόνια τώρα.
Στην προσπάθειά της να προστατέψει το γιο της στα 11 τετραγωνικά του δωματίου, έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη ζωή για εκείνον. Μια ζωή που πρέπει να του την πάρει το συντομότερο δυνατό και να του προσφέρει την ελευθερία που ποτέ του, ο γιος της δε γνώρισε...
Η υπόθεση του 73χρονου Φριτζλ στην Αυστρία που κρατούσε φυλακισμένη επί 24 χρόνια την κόρη του κάνοντας μαζί της επτά παιδιά, ήταν η έμπνευση της συγγραφής του μυθιστορήματος της Έμα Ντόναχιου «Το δωμάτιο», εκδόσεις Ψυχογιός. Δυστυχώς υπάρχουν πάρα πολλές παρόμοιες περιπτώσεις όπου κάποιοι διεστραμμένοι άνθρωποι φυλακίζουν και ασκούν ψυχολογική και σωματική βία στα ανυπεράσπιστα θύματά τους και έχουν γραφτεί αρκετά βιβλία με την συγκεκριμένη θεματολόγια αλλά η ευρηματικότητα της Έμα Ντόναχιου να βάλει στη θέση του αφηγητή ένα μικρό παιδί, απογειώνει κυριολεκτικώς το μυθιστόρημα αφ’ ενός γιατί μέσα από την αθώα ματιά του πεντάχρονου απαλύνει την φρίκη που περικλείει μία τόσο τραγική ιστορία, προσθέτοντας συγχρόνως αυθεντικότητα και δίνοντας στον αναγνώστη πολυεπίπεδες αναγνώσεις και αφετέρου γιατί γλωσσολογικά προσδίδει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον που μετριάζει τον πόνο και συγχρόνως σε κάνει να τον νιώθεις τόσο κοντά σου.
Το «Δωμάτιο» της Έμα Ντόναχιου, όπου δικαίως μπήκε στη βραχεία λίστα των υποψηφιοτήτων για το βραβείο booker, πραγματεύεται βαθιά, οδυνηρά και μοναδικά θέματα όπως τον καταναγκαστικό εγκλεισμό, τη βία σε όλες της τις εκφάνσεις, την έννοια της κατάκτησης της ελευθερίας και τη δύσκολη διαχείρησή της (όταν είσαι σε βαθιά απομόνωση η μοναξιά και η ελευθερία γίνονται λέξεις συνώνυμες), αλλά και την αστείρευτη μητρική αγάπη, την απαράμμιλη φαντασία που κατοικεί στις ψυχές των ανθρώπων και το μεγαλείο του φωτός που κατακτά, τελικά, το σκοτάδι.
Υπάρχουν άνθρωποι που νιώσανε τί ακριβώς σημαίνει ανθρώπινη εξαθλίωση. Λες και η ύπαρξή τους ακολουθούσε το νόμο της βαρύτητας...
Οι άνθρωποι – αριθμοί των στρατοπέδων. Εξευτελισμοί, βασανιστήρια, απομόνωση, πείνα, ταπείνωση. «Οι μέρες περνούσαν σαν χρόνια, η άνοιξη άνθιζε πάνω στο λίπασμα των πεθαμένων. Άοπλοι μπροστά στους ίδιους τους εαυτούς τους, ανυπεράσπιστοι σαν νεογέννητα».
1944. Άουσβιτς. Ο Εβραίος, κατασκευαστής οργάνων, Ντάνιελ, από την Κρακοβία, κρατούμενος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, επιβιώνει δουλεύοντας σαν ξυλουργός. Όταν υπερασπίστηκε, στο σπίτι του διοικητή του στρατοπέδου, έναν βιολιστή, δεν ήξερε σε τί δοκιμασία βάζει τη ζωή του. Ο διοικητής, εντοπίζοντας την επιδεξιότητα του Ντάνιελ, τον υποβάλλει σε μια σκληρή δοκιμασία: να κατασκευάσει, σε συγκεκριμένο χρόνο που ο ίδιος αγνοούσε, ένα βιολί, ανάλογο με ένα Στραντιβάριους. Μη γνωρίζοντας ποια θα είναι η τιμωρία του αν δεν τα καταφέρει, ο Ντάνιελ αρχίζει να εργάζεται πυρετωδώς. Σύντομα συνειδητοποιεί πως η σωτηρία του βρίσκεται στην ολoκλήρωση της κατασκευής του βιολιού.
«Το βιολί του Άουσβιτς» της Μαρίας Άντζελς Ανγλάδα (εκδόσεις Κονιδάρη), έδωσε στο Ντάνιελ έναν λόγο ύπαρξης. Έναν λόγο να μην αισθάνεται «κακό σημάδι την αυγή. Μια σκοτεινή αυγή, προάγγελος μιας μέρας με γκρίζο και αβέβαιο φως». Ξεχνούσε πως βρισκόταν στο σπίτι του εχθρού, έπαψε πια να είναι ένας αριθμός. Ήταν ο Ντάνιελ, ο κατασκευαστής βιολιών. Η αγάπη του για τη μυρωδιά του ξύλου, η ελπίδα του ότι μέχρι να τελειώσει το όργανο θα παραμείνει ζωντανός, η προσήλωσή του στην τέχνη και οι σχέσεις ζωής που ανέπτυξε με άλλους κρατούμενους, «σκορπούσαν τα μαύρα και απειλητικά σύννεφα που είχαν απλωθεί στη ζωή του». Ξεχνούσε ακόμα και την πείνα του, τις μαστιγώσεις που είχε υποστεί, τις ατελείωτες μέρες στην απομόνωση.
Ο Διοικητής του στρατοπέδου ήταν λάτρης της κλασικής μουσικής. Ο Ντάνιελ «γνώριζε καλά αυτούς που κρατούσαν το νήμα της μοίρας του λαού του: εκείνο το είδος των δολοφόνων, εκείνων των αξιωματικών των Ες-Ες, τεράτων μεταμφιεσμένων με άψογες στολές, όταν δεν ήταν λεκιασμένες από αίμα, καλοχτενισμένων, συχνά ανθρώπων καλλιεργημένων, που αγαπούσαν τους σκύλους τους, τη μουσική, που σίγουρα είχαν οικογένεια». Για άλλη μια φορά αντιμέτωπη η εξαθλίωση της ανθρώπινης φυλής με την τέχνη. Από που πηγάζουν αυτά τα οξύμωρα συναισθήματα; Τι θησαυρούς και εμπάθειες κρύβουν οι άνθρωποι στα απύθμενα βάθη της ψυχής τους; Η βαρβαρότητα και η μαγεία, η ταπείνωση και η αξιοπρέπεια, ο θάνατος και η ζωή.
«Σίγουρα δεν είναι αλήθεια πως η μουσική εξημερώνει τα θηρία. Όμως, τελικά, τα πάντα είναι τραγούδι...». Η ουσία είναι, όσο αντίξοες συνθήκες και αν βιώνουμε, να μπορούμε να το τραγουδήσουμε. Και ο Ντάνιελ το τραγούδησε...
Η Μαρία Άντζελς Ανγλάδα (1930-1999) είναι μία από τις σπουδαιότερες συγγραφείς της καταλανικής λογοτεχνίας. Το βιολί του Άουσβιτς (το πρώτο της μυθιστόρημα που μεταφράστηκε στα ελληνικά) πούλησε στην Καταλωνία πάνω από εκατό χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράστηκε ήδη σε 12 γλώσσες.
Βλέποντας, ο Φίλιπ, την οικογένειά του να διαλύεται και τη ζωή του να αλλάζει άρδην, αποφασίζει να καταταγεί στο στρατό εν όψει του πολέμου στο Βιετνάμ. Μια φωτιά που ξεσπάει στο δάσος, κατά την εκπαίδευση του, γίνεται η αφορμή να συνδεθεί με δύο νεαρούς. Οι τρεις άντρες, φυλάσσοντας μια αποθήκη πυρομαχικών, οδηγούνται σε μία ανόητη πράξη, βάζοντας έτσι σε κίνδυνο τη ζωή τους, γεγονός που ενισχύει τη φιλία τους. Αυτή η φιλία όμως επρόκειτο να κλονιστεί λόγω των ξαφνικών κλοπών στο στρατόπεδο.
Πότε διαπράττεται το αδίκημα; Πόσο σημαντική είναι η αφετηρία του που φωλιάζει στη σκέψη και στην οργάνωσή του; Η νουβέλα του συγγραφέα Τομπάιας Γουλφ, «Ο κλέφτης του στρατοπέδου» (εκδόσεις Πόλις) που τιμήθηκε με το βραβείο PEN/Faulkner (1985), δεν εστιάζει στο πεδίο μάχης, αλλά στο στρατόπεδο και στην εκπαίδευση των στρατιωτών. Στους λόγους και τα κίνητρα που οδήγησαν τους τρεις νεαρούς, στην πιθανότητα να εμπλακούν στο έγκλημα του πολέμου. (Ένας λόγος και ένα κίνητρο, είναι ακόμα και όταν δεν έχεις λόγο ή κίνητρο). «Μου ήταν αδύνατον να εξηγήσω γιατί μου άρεσε ο στρατός αφού ούτε εγώ ο ίδιος ήξερα».
Ο φόβος, η πλήξη και η μοναξιά, παραμονεύουν στην ψυχή τους. Χωρίς να έχουν έρθει ακόμα αντιμέτωποι με τον εχθρό, έχουν προλάβει να οπλίσουν το μυαλό τους, εθελοντές και οι τρεις, βιώνοντας μια πρόωρη εσωτερική αποτυχία. Ποιος λόγος τους οδήγησε εκεί, τι ψάχνουν, τι αναζητούν; Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνονται, με μια νηφαλιότητα στη γραφή, τα συναισθήματα των ηρώων. Απώλειες, ψέματα, επιθυμίες, ενοχές, μυστικά, βασανίζουν το μυαλό τους.
Χαμένες ψυχές, εριστικές ψυχές, εναλλάσουν τους ρόλους μεταξύ θύματος και θύτη. Ήδη στη σκακιέρα πιόνια, πριν καν συνειδητοποιήσουν ότι, αν σταθούν τυχεροί και δεν χάσουν τη ζωή τους, σίγουρα θα καταδικάσουν σε ισόβια κάθειρξη την ψυχή τους…
Kάνοντας συχνά αναδρομές στο παρελθόν, ο Φίλιπ σκεφτόταν, πώς θα ήταν αν εκείνη τη μέρα στην αποθήκη, μία σπίθα είχε πεταχτεί από τη φωτιά... «Θα ήταν στ’ αλήθεια κάτι ξεχωριστό».
Με τις κοφτές προτάσεις της, τις κυματιστές σκέψεις της -μια τραμπάλα στο παρελθόν αυτό το ταξίδι ενηλικίωσης- με τα απότομα άλματα ρηματικών χρόνων και τα εξίσου απότομα περάσματα από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο, η Γιέγκυ θα σας συνεπάρει με τη λογοτεχνική της δεινότητα.