Υπάρχουν άνθρωποι που νιώσανε τί ακριβώς σημαίνει ανθρώπινη εξαθλίωση. Λες και η ύπαρξή τους ακολουθούσε το νόμο της βαρύτητας...
Οι άνθρωποι – αριθμοί των στρατοπέδων. Εξευτελισμοί, βασανιστήρια, απομόνωση, πείνα, ταπείνωση. «Οι μέρες περνούσαν σαν χρόνια, η άνοιξη άνθιζε πάνω στο λίπασμα των πεθαμένων. Άοπλοι μπροστά στους ίδιους τους εαυτούς τους, ανυπεράσπιστοι σαν νεογέννητα».
1944. Άουσβιτς. Ο Εβραίος, κατασκευαστής οργάνων, Ντάνιελ, από την Κρακοβία, κρατούμενος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, επιβιώνει δουλεύοντας σαν ξυλουργός. Όταν υπερασπίστηκε, στο σπίτι του διοικητή του στρατοπέδου, έναν βιολιστή, δεν ήξερε σε τί δοκιμασία βάζει τη ζωή του. Ο διοικητής, εντοπίζοντας την επιδεξιότητα του Ντάνιελ, τον υποβάλλει σε μια σκληρή δοκιμασία: να κατασκευάσει, σε συγκεκριμένο χρόνο που ο ίδιος αγνοούσε, ένα βιολί, ανάλογο με ένα Στραντιβάριους. Μη γνωρίζοντας ποια θα είναι η τιμωρία του αν δεν τα καταφέρει, ο Ντάνιελ αρχίζει να εργάζεται πυρετωδώς. Σύντομα συνειδητοποιεί πως η σωτηρία του βρίσκεται στην ολoκλήρωση της κατασκευής του βιολιού.
«Το βιολί του Άουσβιτς» της Μαρίας Άντζελς Ανγλάδα (εκδόσεις Κονιδάρη), έδωσε στο Ντάνιελ έναν λόγο ύπαρξης. Έναν λόγο να μην αισθάνεται «κακό σημάδι την αυγή. Μια σκοτεινή αυγή, προάγγελος μιας μέρας με γκρίζο και αβέβαιο φως». Ξεχνούσε πως βρισκόταν στο σπίτι του εχθρού, έπαψε πια να είναι ένας αριθμός. Ήταν ο Ντάνιελ, ο κατασκευαστής βιολιών. Η αγάπη του για τη μυρωδιά του ξύλου, η ελπίδα του ότι μέχρι να τελειώσει το όργανο θα παραμείνει ζωντανός, η προσήλωσή του στην τέχνη και οι σχέσεις ζωής που ανέπτυξε με άλλους κρατούμενους, «σκορπούσαν τα μαύρα και απειλητικά σύννεφα που είχαν απλωθεί στη ζωή του». Ξεχνούσε ακόμα και την πείνα του, τις μαστιγώσεις που είχε υποστεί, τις ατελείωτες μέρες στην απομόνωση.
Ο Διοικητής του στρατοπέδου ήταν λάτρης της κλασικής μουσικής. Ο Ντάνιελ «γνώριζε καλά αυτούς που κρατούσαν το νήμα της μοίρας του λαού του: εκείνο το είδος των δολοφόνων, εκείνων των αξιωματικών των Ες-Ες, τεράτων μεταμφιεσμένων με άψογες στολές, όταν δεν ήταν λεκιασμένες από αίμα, καλοχτενισμένων, συχνά ανθρώπων καλλιεργημένων, που αγαπούσαν τους σκύλους τους, τη μουσική, που σίγουρα είχαν οικογένεια». Για άλλη μια φορά αντιμέτωπη η εξαθλίωση της ανθρώπινης φυλής με την τέχνη. Από που πηγάζουν αυτά τα οξύμωρα συναισθήματα; Τι θησαυρούς και εμπάθειες κρύβουν οι άνθρωποι στα απύθμενα βάθη της ψυχής τους; Η βαρβαρότητα και η μαγεία, η ταπείνωση και η αξιοπρέπεια, ο θάνατος και η ζωή.
«Σίγουρα δεν είναι αλήθεια πως η μουσική εξημερώνει τα θηρία. Όμως, τελικά, τα πάντα είναι τραγούδι...». Η ουσία είναι, όσο αντίξοες συνθήκες και αν βιώνουμε, να μπορούμε να το τραγουδήσουμε. Και ο Ντάνιελ το τραγούδησε...
Η Μαρία Άντζελς Ανγλάδα (1930-1999) είναι μία από τις σπουδαιότερες συγγραφείς της καταλανικής λογοτεχνίας. Το βιολί του Άουσβιτς (το πρώτο της μυθιστόρημα που μεταφράστηκε στα ελληνικά) πούλησε στην Καταλωνία πάνω από εκατό χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράστηκε ήδη σε 12 γλώσσες.
Οι άνθρωποι – αριθμοί των στρατοπέδων. Εξευτελισμοί, βασανιστήρια, απομόνωση, πείνα, ταπείνωση. «Οι μέρες περνούσαν σαν χρόνια, η άνοιξη άνθιζε πάνω στο λίπασμα των πεθαμένων. Άοπλοι μπροστά στους ίδιους τους εαυτούς τους, ανυπεράσπιστοι σαν νεογέννητα».
1944. Άουσβιτς. Ο Εβραίος, κατασκευαστής οργάνων, Ντάνιελ, από την Κρακοβία, κρατούμενος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, επιβιώνει δουλεύοντας σαν ξυλουργός. Όταν υπερασπίστηκε, στο σπίτι του διοικητή του στρατοπέδου, έναν βιολιστή, δεν ήξερε σε τί δοκιμασία βάζει τη ζωή του. Ο διοικητής, εντοπίζοντας την επιδεξιότητα του Ντάνιελ, τον υποβάλλει σε μια σκληρή δοκιμασία: να κατασκευάσει, σε συγκεκριμένο χρόνο που ο ίδιος αγνοούσε, ένα βιολί, ανάλογο με ένα Στραντιβάριους. Μη γνωρίζοντας ποια θα είναι η τιμωρία του αν δεν τα καταφέρει, ο Ντάνιελ αρχίζει να εργάζεται πυρετωδώς. Σύντομα συνειδητοποιεί πως η σωτηρία του βρίσκεται στην ολoκλήρωση της κατασκευής του βιολιού.
«Το βιολί του Άουσβιτς» της Μαρίας Άντζελς Ανγλάδα (εκδόσεις Κονιδάρη), έδωσε στο Ντάνιελ έναν λόγο ύπαρξης. Έναν λόγο να μην αισθάνεται «κακό σημάδι την αυγή. Μια σκοτεινή αυγή, προάγγελος μιας μέρας με γκρίζο και αβέβαιο φως». Ξεχνούσε πως βρισκόταν στο σπίτι του εχθρού, έπαψε πια να είναι ένας αριθμός. Ήταν ο Ντάνιελ, ο κατασκευαστής βιολιών. Η αγάπη του για τη μυρωδιά του ξύλου, η ελπίδα του ότι μέχρι να τελειώσει το όργανο θα παραμείνει ζωντανός, η προσήλωσή του στην τέχνη και οι σχέσεις ζωής που ανέπτυξε με άλλους κρατούμενους, «σκορπούσαν τα μαύρα και απειλητικά σύννεφα που είχαν απλωθεί στη ζωή του». Ξεχνούσε ακόμα και την πείνα του, τις μαστιγώσεις που είχε υποστεί, τις ατελείωτες μέρες στην απομόνωση.
Ο Διοικητής του στρατοπέδου ήταν λάτρης της κλασικής μουσικής. Ο Ντάνιελ «γνώριζε καλά αυτούς που κρατούσαν το νήμα της μοίρας του λαού του: εκείνο το είδος των δολοφόνων, εκείνων των αξιωματικών των Ες-Ες, τεράτων μεταμφιεσμένων με άψογες στολές, όταν δεν ήταν λεκιασμένες από αίμα, καλοχτενισμένων, συχνά ανθρώπων καλλιεργημένων, που αγαπούσαν τους σκύλους τους, τη μουσική, που σίγουρα είχαν οικογένεια». Για άλλη μια φορά αντιμέτωπη η εξαθλίωση της ανθρώπινης φυλής με την τέχνη. Από που πηγάζουν αυτά τα οξύμωρα συναισθήματα; Τι θησαυρούς και εμπάθειες κρύβουν οι άνθρωποι στα απύθμενα βάθη της ψυχής τους; Η βαρβαρότητα και η μαγεία, η ταπείνωση και η αξιοπρέπεια, ο θάνατος και η ζωή.
«Σίγουρα δεν είναι αλήθεια πως η μουσική εξημερώνει τα θηρία. Όμως, τελικά, τα πάντα είναι τραγούδι...». Η ουσία είναι, όσο αντίξοες συνθήκες και αν βιώνουμε, να μπορούμε να το τραγουδήσουμε. Και ο Ντάνιελ το τραγούδησε...
Η Μαρία Άντζελς Ανγλάδα (1930-1999) είναι μία από τις σπουδαιότερες συγγραφείς της καταλανικής λογοτεχνίας. Το βιολί του Άουσβιτς (το πρώτο της μυθιστόρημα που μεταφράστηκε στα ελληνικά) πούλησε στην Καταλωνία πάνω από εκατό χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράστηκε ήδη σε 12 γλώσσες.