Οι ήρωες του βιβλίου «Κάτι θα γίνει, θα δεις», του Χρήστου Οικονόμου από εκδόσεις Πόλις, μένουν στα Καμίνια, στη Νίκαια, στη Δραπετσώνα. Δουλεύουν σε γκαζάδικα, σε βιοτεχνίες. Κάποιες είναι καθαρίστριες. Κάποιοι είναι άνεργοι.
Δεν είναι ευδαίμονες, ανάλαφροι και ανυποψίαστοι. Δε συχνάζουν στο Κολωνάκι, ούτε κάνουν διακοπές σε υπερπολυτελέστατα ξενοδοχεία. Δεν στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό, ούτε τα ωθούν να πιστέψουν ότι η κινητήριος δύναμη του πλανήτη είναι το χρήμα. Δεν είναι κλέφτες, ούτε απάνθρωποι, αλλά τι σημασία έχει;
Ποιος τους ακούει; Ποιος τους βλέπει; (άραγε να φαντάζουν αόρατοι;)
Δεν υφίσταται η ψυχή τους, μόνο τα χέρια τους. Σκληρά εργαλεία, γεννημένα για να δουλεύουν, να μαυρίζουν. Και όσο πιο πολύ μαυρίζουν, τόσο περισσότερο χρώμα δίνουν στην ελιτίστικη ζωή των λίγων. Είναι τόσο επίκαιρο αυτό το βιβλίο. Τόσο ανθρώπινοι και καθημερινοί οι ήρωές του.
Η γραφή του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πραγματικότητα. Δεν ωραιοποιεί, δεν υποτάσσεται σε συναισθηματισμούς, μόνο γράφει σαν να σε κοιτάει στα μάτια, λέγοντάς σου αλήθειες σκληρές, περιγράφοντάς σου καθημερινότητες απάνθρωπες, για ανθρώπους που δεν είναι περιθωριακοί, αλλά νιώθουν σαν να τους έχουν εξοστρακίσει στο περιθώριο, για ανθρώπους που ο φόβος και η αβεβαιότητα έχει γίνει η δεύτερη φύση τους.
Μια άκρως ξεκάθαρη ματιά για τις παραγκωνισμένες συνοικίες της Αθήνας. Μια γροθιά στο στομάχι που όποιος την αντέξει θα ανακαλύψει μια εξαιρετική σύγχρονη λογοτεχνία για το σκοτάδι που έχει επιβληθεί στις ψυχές κάποιων ανθρώπων.
Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που αναζητεί τη λύση του.
Αλλά η λύση; Που βρίσκεται η λύση;
Ίσως, αν οι προνομιούχοι της ζωής… «αν άλλαζαν πλευρό να δουν τ’ άλλο μισό του κόσμου»... Ίσως, όλα να ήταν αλλιώς...
Δεν είναι ευδαίμονες, ανάλαφροι και ανυποψίαστοι. Δε συχνάζουν στο Κολωνάκι, ούτε κάνουν διακοπές σε υπερπολυτελέστατα ξενοδοχεία. Δεν στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό, ούτε τα ωθούν να πιστέψουν ότι η κινητήριος δύναμη του πλανήτη είναι το χρήμα. Δεν είναι κλέφτες, ούτε απάνθρωποι, αλλά τι σημασία έχει;
Ποιος τους ακούει; Ποιος τους βλέπει; (άραγε να φαντάζουν αόρατοι;)
Δεν υφίσταται η ψυχή τους, μόνο τα χέρια τους. Σκληρά εργαλεία, γεννημένα για να δουλεύουν, να μαυρίζουν. Και όσο πιο πολύ μαυρίζουν, τόσο περισσότερο χρώμα δίνουν στην ελιτίστικη ζωή των λίγων. Είναι τόσο επίκαιρο αυτό το βιβλίο. Τόσο ανθρώπινοι και καθημερινοί οι ήρωές του.
Η γραφή του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πραγματικότητα. Δεν ωραιοποιεί, δεν υποτάσσεται σε συναισθηματισμούς, μόνο γράφει σαν να σε κοιτάει στα μάτια, λέγοντάς σου αλήθειες σκληρές, περιγράφοντάς σου καθημερινότητες απάνθρωπες, για ανθρώπους που δεν είναι περιθωριακοί, αλλά νιώθουν σαν να τους έχουν εξοστρακίσει στο περιθώριο, για ανθρώπους που ο φόβος και η αβεβαιότητα έχει γίνει η δεύτερη φύση τους.
Μια άκρως ξεκάθαρη ματιά για τις παραγκωνισμένες συνοικίες της Αθήνας. Μια γροθιά στο στομάχι που όποιος την αντέξει θα ανακαλύψει μια εξαιρετική σύγχρονη λογοτεχνία για το σκοτάδι που έχει επιβληθεί στις ψυχές κάποιων ανθρώπων.
Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που αναζητεί τη λύση του.
Αλλά η λύση; Που βρίσκεται η λύση;
Ίσως, αν οι προνομιούχοι της ζωής… «αν άλλαζαν πλευρό να δουν τ’ άλλο μισό του κόσμου»... Ίσως, όλα να ήταν αλλιώς...