Πολλά μεταφραστικά λάθη, αδικαιολόγητες μεταφραστικές παρεξηγήσεις. Αν διαβάσετε αυτή την έκδοση έχετε το νου σας. Να ελέγχετε με το το πρωτότυπο ό,τι δεν κατανοείτε. Το βιβλίο διαβάζεται αν κανείς προσπερνάει εδώ κι εκεί τις διάφορες παρεξηγήσεις. Ωστόσο είναι κρίμα μια τέτοια έκδοση που κυκλοφορεί από το 2003 να μην έχει διορθωθεί.
Τι εκδοτική απάτη είναι αυτή;! Προμηθεύτηκα κι εγώ ένα μεταχειρισμένο αντίτυπο και διαπίστωσα με πικρία, απογοήτευση και οργή πως το βιβλίο ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΟΛΟΤΗΤΑ ΤΟΥ. Το βιβλίο αποτελείται από τέσσερα μέρη κι εδώ, ο Εξάντας, εξέδωσε μόνο ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΩΤΑ! Το τρίτο και το τέταρτο λείπουν, φίλες και φίλοι. Το διανοείστε;; Πώς είναι δυνατόν να επιτράπηκε μια τέτοια παραπλάνηση, μια τέτοια εκδοτική απάτη; Αν δεν με πιστεύετε, κατεβάστε εύκολα το πρωτότυπο και συγκρίνετε.
Δεν διαβάζεται αυτή η νεοελληνική μετάφραση της Πολιτείας. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Σκουτερόπουλος είναι πραγματικά άσχημη. Π.χ.: «Μου φάνηκε καλή» (327a4) ή «Αν βαστούσαν ακόμη τα κότσια μου να περπατήσω χωρίς δυσκολία» (328c7-8) ή «Από τον τρόμο μας εγώ κι ο Πολέμαρχος τα χρειαστήκαμε» (336b7). Είναι αυτά ελληνικά ενός σοβαρού, υποτίθεται, μεταφραστή και λόγιου; Αντί, λοιπόν, για τούτη την έκδοση, και μάλιστα σε τόσο απαράδεκτες τιμές, αναζητήστε την κορυφαία μετάφραση που εκπόνησε ο Ιωάννης Γρυπάρης στη δημοτική (1941), η οποία κυκλοφορεί ακόμη από γνωστό εκδοτικό οίκο. Λίγες είναι οι εκφράσεις που μπορεί να είναι ελάχιστα δυσνόητες· μια αντιπαραβολή, όμως, της μτφρ του Γρυπάρη με τούτην εδώ του Σκουτερόπουλου θα σας πείσει για την αξία της. Μεταφράζει ο Γρυπάρης: «Και πραγματικώς πολύ ωραία μου φάνηκε» (327a4), «αν βέβαια ήμουν εγώ ακόμα σε θέση ν᾽ ανεβαίνω εύκολα στην πόλη» (328c7-8) και «Κι εγώ κι ο Πολέμαρχος ζαρώσαμε από το φόβο μας.» (336b7).
Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, ίσως για την αξιοπρεπέστερη μετάφραση τούτου του υπέροχου, σημαντικότατου και ποιητικότατου πλατωνικού διαλόγου που κυκλοφορεί μέχρι στιγμής στα νέα ελληνικά.
Δεν χρειάζεται να σταθείτε στην εισαγωγή και την ερμηνευτική προσέγγιση του Δόικου, την οποία θεωρώ μάλλον παραπλανητική για τον μέσο αναγνώστη. Ο Διάλογος από μόνος του αρκεί για να βγάλετε τα δικά σας ορθά συμπεράσματα, πράγμα στο οποίο συμβάλλει η κατανοητή και ρέουσα μετάφραση του Δόικου. Αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσουμε.
Όχι, παιδιά· με τίποτα. Δεν είναι ελληνικά αυτά, δεν διαβάζονται. Ο Σκουτερόπουλος και εδώ και στην πλατωνική «Πολιτεία» είναι σκέτη απογοήτευση. Παραδόξως, κάπως καλύτερες είναι παλαιότερες μεταφράσεις του κάποιων πρώιμων πλατωνικών διαλόγων.
Όποιος θέλει να διαβάσει Θουκυδίδη, και μέχρι να εκπονηθεί καμιά μετάφραση της προκοπής (με σχόλια κ.λπ.), να προμηθευτεί την αξιοπρεπέστατη μτφρ του Άγγελου Βλάχου στις εκδόσεις της Εστίας. Για σχόλια, τώρα, στον Θουκυδίδη, αναζητήστε το πόνημα του Simon Hornblower «Θουκυδίδου ιστορίαι, A Commentary on Thucydides» σε δύο τόμους, μεταφρασμένο στα ελληνικά (εκδόσεις: University Studio Press).
Δεν διαβάζεται αυτή η νεοελληνική μετάφραση της Πολιτείας. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Σκουτερόπουλος είναι πραγματικά άσχημη. Π.χ.: «Μου φάνηκε καλή» (327a4) ή «Αν βαστούσαν ακόμη τα κότσια μου να περπατήσω χωρίς δυσκολία» (328c7-8) ή «Από τον τρόμο μας εγώ κι ο Πολέμαρχος τα χρειαστήκαμε» (336b7). Είναι αυτά ελληνικά ενός σοβαρού, υποτίθεται, μεταφραστή και λόγιου; Αντί, λοιπόν, για τούτη την έκδοση, και μάλιστα σε τόσο απαράδεκτες τιμές, αναζητήστε την κορυφαία μετάφραση που εκπόνησε ο Ιωάννης Γρυπάρης στη δημοτική (1941), η οποία κυκλοφορεί ακόμη από γνωστό εκδοτικό οίκο. Λίγες είναι οι εκφράσεις που μπορεί να είναι ελάχιστα δυσνόητες· μια αντιπαραβολή, όμως, της μτφρ του Γρυπάρη με τούτην εδώ του Σκουτερόπουλου θα σας πείσει για την αξία της. Μεταφράζει ο Γρυπάρης: «Και πραγματικώς πολύ ωραία μου φάνηκε» (327a4), «αν βέβαια ήμουν εγώ ακόμα σε θέση ν᾽ ανεβαίνω εύκολα στην πόλη» (328c7-8) και «Κι εγώ κι ο Πολέμαρχος ζαρώσαμε από το φόβο μας.» (336b7).