Δωρεάν μεταφορικά για αγορές από 60 € εντός Ελλάδας.
Παραλαβή από θυρίδα που σε εξυπηρετεί, όλο το 24ωρο και χωρίς αναμονή.
Σε περίπτωση μη έγκαιρης παραλαβής, το δέμα επιστρέφεται στη θυρίδα που τοποθετήθηκε από τον πωλητή.
Για αποστολές προς Κύπρο, το μέγιστο βάρος ανά αποστολή είναι 6 κιλά. Στην περίπτωση που το βάρος ξεπερνάει το όριο, θα δημιουργηθούν περισσότερα από ένα δέματα.
Σταθερό κόστος αποστολής ανά δέμα.
Τα δωρεάν μεταφορικά γιά άνω των 60 ευρώ αφορούν μία αποστολή (θυρίδα).
ΕΛΤΑ Courier
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές από 60 € εντός Ελλάδας.
Αφορούν μία αποστολή έως 2000 γραμμάρια. Το επιπλέον κιλό χρεώνεται ο αγοραστής.
Χέρι με χέρι
Συνάντηση στον σταθμό Μετρό Σεπολίων κατά προτίμηση Σαββατοκύριακο.
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκ Ουσουρίσκι (Nikolsk-Ussuriysky), μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Βλαδιβοστόκ στη Ρωσία, από γονείς Κεφαλονίτες, τον Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλονιάς. Στην ίδια πόλη γεννήθηκαν και τα αδέλφια του Τζένια (Ευγενία) και ο Μήτιας (Δημήτρης). Ο πατέρας του Καββαδία διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του (Οκτώβριος 1929) και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά, όπως Ο Διανοούμενος. Τον Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως "ναυτόπαις" τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό "Άγιος Νικόλαος", μαζί με τον μικρότερο αδελφό του Αργύρη, που είχε γεννηθεί στην Ελλάδα το 1915. Το 1931 το περιοδικό Ναυτική Ελλάς δημοσιεύει το έργο του Ν. Καββαδία, "Τραγούδια". Την επόμενη χρονιά ο ποιητής ξεκινά να δημοσιεύει τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις στην εφημερίδα Πειραϊκόν Βήμα, μαζί με το μυθιστόρημά του (σε συνέχειες) Η Απίστευτη Περιπέτεια του Λοστρόμου Νακαχαναμόκο, όμως η εφημερίδα διακόπτει την έκδοσή της και το πόνημά του μένει ημιτελές.
Το 1933, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Τον Ιούνιο του 1933 κυκλοφορεί η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Μαραμπού (από τις εκδόσεις Κύκλος σε 245 αντίτυπα) που του χαρίζει το προσωνύμιο που θα τον συνοδεύει έως το τέλος της ζωής του. Γίνεται δεκτή (η ποιητική του συλλογή) με πολύ ευνοϊκές κριτικές, πιο χαρακτηριστική εκ των οποίων ήταν εκείνη του Φώτου Πολίτη στην εφημερίδα Πρωία. Το 1938 η "Νέα Εστία" δημοσιεύει τα ποιήματά του, ενώ ο ίδιος στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού. Το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα, λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής, χρησιμοποιείται στον σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας. Στο περιοδικό Λόγχη δημοσιεύει το πεζογράφημά του Στο Άλογό μου. Με τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού επιστρέφει πεζός στην Αθήνα.
Τον Ιανουάριο του 1947 οι εκδόσεις Θ. Καραβία κυκλοφορούν τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Ν. Καββαδία, με τίτλο Πούσι, ενώ επανεκδίδεται και το Μαραμπού.
Από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν τον θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της Βάρδιας στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του Μαραμπού και του Πούσι το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, τον θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φιλίππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.
Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, και συγκεκριμένα το 1954, συνέβη το εξής περιστατικό: Ενώ ο ποιητής εργαζόταν σε "ποστάλι" (καράβι μικρών αποστάσεων, επιβατηγό), ταξίδεψε με το καράβι του ο Γιώργος Σεφέρης. Τόσο κατά την τυπική υποδοχή των ταξιδιωτών, όσο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Σεφέρης δεν μπήκε καν στη διαδικασία να χαιρετίσει τον Καββαδία. Το γεγονός πίκρανε ιδιαίτερα τον Καββαδία, που θεωρούσε ότι η λογοτεχνική γενιά του '30, στην οποία ανήκε και ο ίδιος, τον υποτιμούσε.
Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, παρουσία πολλών ανθρώπων των γραμμάτων και της τέχνης.
Γεννήθηκε στην Ύδρα και ήταν δευτερότοκος γιος του ναύαρχου Ανδρέα Μιαούλη, γόνος της ιστορικής υδραΐικης οικογένειας των Μιαούληδων.
Έλαβε μέρος σε πολλές ναυμαχίες ως αρχιεπιστολέας του πατέρα του ενώ κατέγραψε λεπτομερώς τα γεγονότα της εποχής, τα οποία και τα εξέδωσε το 1833 στο Ναύπλιο με τον τίτλο «Συνοπτική ιστορία των υπέρ της ελευθερίας της Ελλάδος γενομένων ναυμαχιών διά των πλοίων των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρρών, εν όλω τω διαστήματι του ελληνικού αγώνος».
Με την έλευση του Όθωνα έγινε υπασπιστής του και το 1836 τον συνόδευσε σε ταξίδι του στη Βαυαρία προκειμένου να παντρευτεί την Αμαλία. Απεβίωσε αιφνίδια κατά τη διάρκεια εκείνου του ταξιδιού στη Γερμανία, στις 25 Οκτωβρίου 1836, πιθανώς από χολέρα. Ενταφιάστηκε στο Ούφενχάιμ της Βαυαρίας.
Η Ύδρα είναι νησί του Αργοσαρωνικού. Η ομώνυμη πόλη, που είναι το λιμάνι και ο μοναδικός οικισμός του νησιού, αριθμούσε 1.966 κατοίκους στην απογραφή του 2011, οι οποίοι, λόγω του άγονου εδάφους, ασχολούνται κυρίως με την ναυτιλία, την αλιεία και τον τουρισμό. Είναι εξαιρετικά γραφικό, αρχοντικό και κοσμοπολίτικο νησί.
Μεγάλοι πλοιοκτήτες, ναυμάχοι του 1821 και πολιτικοί κατάγονται από το νησί. Ανάμεσά τους οι Ανδρέας Μιαούλης, Κουντουριώτης, Κριεζής, Τσαμαδός, Σαχίνης, Τομπάζης, Σαχτούρης κ.α. Αυτή η ναυτική παράδοση συνεχίζεται μέχρι σήμερα από τους πλοιάρχους και ναυτικούς της, έναν μικρό τοπικό αλιευτικό και επιβατηγό στόλο και την Ακαδημία Εμπορικού ναυτικού, που άρχισε να λειτουργεί αμέσως μετά την επανάσταση του 1821 και είναι η αρχαιότερη εν λειτουργία σχολή εμποροπλοιάρχων της ανατολικής Μεσογείου· στις μέρες μας στεγάζεται στο αρχοντικό του Λάζαρου Τσαμαδού και της Μαρίας Δ. Σαχίνη και βοηθητικά κτίρια δωρεάς Αθ. Κουλούρα.
Η Ύδρα, περισσότερο από όλα τα Ελληνικά νησιά, ενέπνευσε τις Καλές Τέχνες. Διάσημοι Έλληνες και ξένοι ζωγράφοι απεικόνισαν στα έργα τους τα τοπία της. Μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως ο Πάμπλο Πικάσο και ο Μαρκ Σαγκάλ, την επισκέφτηκαν και αποτύπωσαν σε σχέδια τα αυστηρά της σχήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ύδρα υπάρχει παράρτημα της Σχολής Καλών Τεχνών από το 1936, το οποίο στεγάζεται στο τετραώροφο αρχοντικό του Εμμανουήλ Τομπάζη και της Ξανθής Δ. Σαχίνη στα δεξιό τμήμα του λιμανιού.
Γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου 1798 [ Παρίσι, Γαλλία ]
Απεβίωσε στις 9 Φεβρουαρίου 1874 [ Ιέρ, Γαλλία ]
Ο Michelet J ήταν Γάλλος ιστορικός και συγγραφέας σε άλλα θέματα, το κύριο έργο του οποίου ήταν η ιστορία της Γαλλίας και του πολιτισμού της. Το αφοριστικό του ύφος υπογράμμισε τον αντικληρικό του ρεπουμπλικανισμό.
Η Στεμνίτσα, κατά τη διάρκεια της Αρχαιότητας γνωστή ως Ὑψοῦς, είναι ορεινό χωριό του δήμου Γορτυνίας της Αρκαδίας. Χτισμένη στο Μαίναλο και σε ύψος 1083 μέτρων, είναι χαρακτηρισμένη ως παραδοσιακός οικισμός. Η απόσταση από την Αθήνα είναι 220 χιλιόμετρα και 45 χιλιόμετρα από την Τρίπολη. Ο πληθυσμός της σύμφωνα με την απογραφή του 2011 είναι 191 κάτοικοι, ενώ το 2001 ήταν 412 κάτοικοι.
Η περιοχή είναι από την αρχαιότητα γνωστή ως Υψούς. Σύμφωνα με τη μυθολογία, η αρχαία Υψούς χτίστηκε από τον Υψούντα, έναν από τους πενήντα γιους του βασιλιά της Αρκαδίας Λυκάονα. Αναφορά για την Υψούντα γίνεται και από τον Παυσανία στα “Αρκαδικά”. Είναι άγνωστο πότε ακριβώς μετονομάστηκε σε Στεμνίτσα αλλά εικάζεται ότι έγινε τον 7ο αιώνα μ.Χ., μετά την εποίκιση των περιοχών από Σλάβους, καθώς Στεμνίτσα σημαίνει τόπος δασώδης και σκιερός στα σλαβικά. Γνώρισε μεγάλη ακμή κατά τη βυζαντινή περίοδο, όταν ήταν γνωστές οι στεμνιτσιώτικες καμπάνες.
Στην επανάσταση του '21 έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο. Από τη Στεμνίτσα καταγόταν η οικογένεια προεστών και αγωνιστών Αλεξανδρόπουλων. Ο Κωνσταντίνος Αλεξανδρόπουλος, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, συγκρότησε σώμα από 175 Στεμνιτσιώτες και την 25 Μαρτίου 1821 κατέβηκε στον κάμπο της Καρύταινας για να πολιορκήσει τους εκεί Τούρκους. Την 25 Απριλίου ορίστηκε "αρχιστράτηγος" με το όνομα "Κωνσταντίνος Υψηλάντης", σύμφωνα με έγγραφο όπου ορκίζονται και υπογράφουν 41 κληρικοί και λαϊκοί της περιοχής. Αγωνιστές υπήρξαν και ο αδελφός του, ο γιος του Ιωάννης που συμμετείχε στις μάχες ενώ ήταν ακόμα έφηβος, ο γιος του Αλέξανδρος που υπηρέτησε στο πλοίο του Κανάρη, ο επίσης γιος του Βασίλειος, γεννημένος το 1809, που ακολουθούσε τον πατέρα του στις μάχες. Ο Ιωάννης σκοτώθηκε στη μάχη των Τρικόρφων παρουσία του αδελφού του Βασίλη. Ο Χρήστος Αλεξανδρόπουλος ήταν πιθανώς συγγενής των προηγουμένων, ο οποίος δόθηκε ως όμηρος για εγγύηση στους τουρκαλβανούς που αποφάσισαν να φύγουν από τον Ιμπραήμ το 1827. Από τη Στεμνίτσα καταγόταν επίσης ο αγωνιστής Δημήτριος Σφήκας ο οποίος είχε πάρει μέρος στην περίφημη Μάχη του Σκουλενίου (17 Ιουνίου 1821), ενός χωριού της σημερινής Ρουμανίας. Μεγάλη ιστορική σημασία έχει το σύγγραμμά του "Αναμνήσεις" για τα γεγονότα του 1821 στη Δακία.
Χρησίμευσε ως έδρα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που την αποκαλούσε "χωροπούλα του Μοριά". Λόγω του ρόλου της στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα διατέλεσε έδρα της πρώτης Πελοποννησιακής Γερουσίας και πρώτη άτυπη πρωτεύουσα του επαναστατημένου Ελληνικού έθνους για έναν μήνα. Ανακηρύχθηκε την 27η Μαΐου του 1821 - ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα συνέλευση της Ά Πελοποννησιακής Γερουσίας στην Ι.Μ. Χρυσοπηγής στη Στεμνίτσα.
Λόγω του δύσβατου εδάφους της περιοχής ο κόσμος στράφηκε προς το εμπόριο και την αργυροχρυσοχοΐα. Στη Στεμνίτσα υπάρχει και η σχολή Αργυροχρυσοχοΐας του Δ.ΙΕΚ Στεμνίτσας.
Η Στεμνίτσα υπήρξε έδρα του Δήμου Τρικολώνων που λειτούργησε την περίοδο 1835-1912 καθώς και του σύγχρονου δήμου Τρικολώνων που λειτούργησε την περίοδο 1999-2010. Στο διάστημα 1912-1995 αποτέλεσε ξεχωριστή κοινότητα, ενώ στο σύντομο διάστημα 1995-1998 αποτέλεσε έδρα του Δήμου Στεμνίτσας που αποτέλεσε συνέχεια της κοινότητας. Από το 2011 ανήκει στον Δήμο Γορτυνίας.
Η αρχαία Κόρινθος ήταν σημαντική πόλη-κράτος της αρχαίας Πελοποννήσου. Έλεγχε μία περιοχή που αντιστοιχούσε στα ανατολικά του σημερινού νομού Κορινθίας και στα βορειοανατολικά του νομού Αργολίδας. Συνόρευε με τη Σικυώνα στα δυτικά, με τους Μεγαρείς στα ανατολικά, με τους Αργείους στα νοτιοδυτικά και με τους Επιδαύριους στα νότια. Η αρχαία Κόρινθος έλεγχε τη νευραλγική θέση του Ισθμού και αποτελούσε το σημαντικότερο εμπορικό κόμβο του αρχαίου κόσμου, μέχρι να απειληθεί από την Αθήνα. Η Κόρινθος θεωρούνταν η πλουσιότερη πόλη του αρχαίου κόσμου.
Η αρχαία Κόρινθος κατοικήθηκε από τα νεολιθικά χρόνια (5000-3000 π.Χ.). Η λατρεία του Μελικάρτου στον Ισθμό της Κορίνθου ίσως έχει σχέση με τη λατρεία του φοινικικού Μελκάρθ. Το όνομά του, που διασώθηκε αναπλασμένο στα ελληνικά μπορεί να υποδεικνύει την εγκατάσταση Φοινίκων στην Κόρινθο. Σύμφωνα βέβαια με την ελληνική μυθολογία και σε αντίθεση με την προηγούμενη εκδοχή, ο Μελικέρτης ήταν γιος του Αθάμαντα, του βασιλιά του Ορχομενού της Βοιωτίας, και της Ινώς, της κόρης του Κάδμου. Όταν λόγω της μανίας του Αθάμαντα έπεσε με τη μητέρα του στη θάλασσα, για να σωθούν, πνίγηκαν και μεταμορφώθηκαν σε θαλάσσιες θεότητες: η Ινώ ονομάστηκε Λευκοθέα και ο Μελικέρτης Παλαίμονας. Το σώμα του Μελικέρτη-Παλαίμονα μεταφέρθηκε από ένα δελφίνι στον Ισθμό της Κορίνθου και ο βασιλιάς της πόλης, ο Σίσυφος, προς τιμήν του έκανε θυσίες και καθιέρωσε τα Ίσθμια, τους γνωστούς αγώνες της αρχαιότητας. Κατά την εποχή του χαλκού αναφέρεται σε πολυάριθμους αρχαίους μύθους, όπως στο μύθο του Σίσυφου, στο μύθο του Βελλερεφόντη, στο μύθο του Ιάσονα και της Μήδειας κ.α. Ο Όμηρος στον κατάλογο των Νεών αναφέρει την Κόρινθο να συμμετέχει στην Τρωική εκστρατεία υπό την ηγεσία του Αγαμέμνονα βασιλιά των Μυκηνών. Μετά την κάθοδο των Δωριέων εγκαταστάθηκαν στην Κόρινθο Δωριείς εκτοπίζοντας τους παλαιότερους πληθυσμούς, κυρίως ιωνικής καταγωγής ανατολικότερα. Με την εγκατάσταση των Δωριέων καθιερώθηκε και το πολίτευμα της αριστοκρατίας στην Κόρινθο, όπου κυβερνούσε πλέον μία αριστοκρατική τάξη Δωριέων, οι Βακχιάδες.
Η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα (The American School of Classical Studies at Athens) είναι ένα από τα 17 ξένα ινστιτούτα που λειτουργούν στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε το 1881 και σκοπό του έχει τη συστηματική μελέτη του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα έως σήμερα.
Η Αμερικανική Σχολή είναι ένας ερευνητικός και εκπαιδευτικός φορέας. Κατά τη διάρκεια ετήσιων και θερινών προγραμμάτων φέρνει προπτυχιακούς, μεταπτυχιακούς σπουδαστές και δασκάλους σε ανασκαφές αρχαιολογικών χώρων από μεγάλο αριθμό πανεπιστημίων και κολεγίων της Βόρειας Αμερικής.
Έχει δύο βιβλιοθήκες, τη Βιβλιοθήκη Blegen, η οποία έχει βιβλία για κλασικές σπουδές και τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (ιδρύθηκε το 1926) και ένα εργαστήριο, το Εργαστήριο Wiener (ιδρύθηκε το 1992) για την ανάλυση ανθρώπινων και ζωικών σκελετικών καταλοίπων, τη μελέτη παλαιοπεριβάλλοντος και τη γεωαρχαιολογία.
Από την Αμερικανική Σχολή γίνονται ανασκαφές στην Αρχαία Κόρινθο από το 1896 και στην Αγορά της Αθήνας από το 1931, καθώς επίσης και σε άλλες τοποθεσίες σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού.
Ο Φαίδων Κουκουλές (1881 – 15 Ιανουαρίου 1956 ήταν Έλληνας βυζαντινολόγος και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών
Γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου και καταγόταν από την Έξω Μάνη. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φιλοσοφική Σχολή (1900-1904),της οποίας αναγορεύθηκε διδάκτορας το 1907 με τη διατριβή του ΄΄Βασιλείου του Μεγάλου δόξαι παιδαγωγικαί΄΄. Ακολούθως υπηρέτησε ως σχολάρχης στην Κωνσταντινούπολη και στη Βαμβακού της Λακωνίας (1904-1907), για να αναχωρήσει για το Μόναχο και την Ιένα όπου ειδικεύτηκε στη γλωσσολογία τη βυζαντινολογία, παπυρολογία και κλασική φιλολογία, (1907-1911). Μεταξύ των καθηγητών του ήταν οι Wenzel, Diels, Wilamovitz, Krumbacher. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα προσλήφθηκε στο Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας (1911-31), του οποίου αναδείχθηκε διευθυντής (1926-1931). Τα έτη 1913, 1915, 1918 θα υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Το 1914 θα επισκεφθεί για δεύτερη φορά το Μόναχο με ενίσχυση της Ακαδημίας του Μονάχου προκειμένου να συνεχίσει την έρευνά του για τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης. Το 1926 διορίστηκε καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου όμως δεν δίδαξε. Το 1931 διορίστηκε καθηγητής δημοσίου και ιδιωτικού βίου των Βυζαντινών στο πανεπιστήμιο Αθηνών, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1951. Το ίδιο έτος με την συνταξιοδότησή του εξελέγη και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, της οποίας διετέλεσε ισόβιος γενικός γραμματέας (1919-1956). Από το 1926 ήταν διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας, ενώ είχε εκδώσει 20 τόμους της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών (1924-1941). Διετέλεσε επίσης μέλος (1937-1939),πρόεδρος (1947-1951) και διευθυντής (1942-1943), της Επιτροπής των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Υπήρξε από τους οργανωτές του Γ' Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου της Αθήνας (1930). Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζουν: το εξάτομο έργο Βυζαντινών βίος και πολιτισμός (1949), Βυζαντινό παραμύθι, Η μοναχή Θεοδούλη κ.ά. Είχε συγγράψει βιβλία ιστορικού, λαογραφικού και μυθιστορηματικού περιεχομένου με θέμα τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Συνολικά το συγγραφικό και ερευνητικό του έργο αριθμεί περί τους 235 τίτλους. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1956.
Ο Μιχάλης Περάνθης (το πραγματικό του όνομα ήταν Μιχάλης Παπαδόπουλος) Έλληνας εθνικιστής λογοτέχνης που έγραψε έργα όλων των λογοτεχνικών ειδών, ο πλέον ακαταπόνητος από τους νεότερους συγγραφείς μας, μια εξέχουσα μορφή της Ελληνικής λογοτεχνίας αλλά και της πνευματικής ζωής της Ελλάδος, κριτικός, γραμματολόγος και δημοσιογράφος γεννήθηκε το 1917 στην Άρτα και πέθανε στις 3 Αυγούστου 1984 από καρκίνο, στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε στις 6 Αυγούστου στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, ενώ τάφηκε, μετά από ειδική άδεια του Νομάρχη Αθηνών, στην αυλή του σπιτιού του στα Βίλλια Αττικής.
δη από το 1933 ο Περάνθης είχε δημοσιεύσει στίχους στις εφημερίδες «Μαθητικός Τύπος» και «Ελεύθερος Λόγος» της Άρτας και το 1935 βραβεύθηκε από την Ηπειρωτική Εταιρεία για μια συλλογή λαογραφικού υλικού, που είχε συγκεντρώσει από τα μαθητικά του χρόνια. Από το 1949, όμως, επιδόθηκε συστηματικά στη λογοτεχνία. Συνεργάστηκε με περιοδικά και εφημερίδες στις οποίες δημοσίευσε δοκίμια, λογοτεχνικές επιφυλλίδες και άρθρα, χρονογραφήματα και κριτική, αρχικά με το ψευδώνυμο Όλμος Περάνθης, ενώ παρουσίασε λογοτεχνικά δεκάλεπτα στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Έδωσε 132 διαλέξεις σε όλη την Ελλάδα, από τις οποίες 82 στην Αθήνα και 50 στην Ελληνική Επαρχία, με θέματα την ποίηση, την κριτική, και το μυθιστόρημα. Ο όγκος του έργου του, περισσότεροι από 2.254 τίτλοι, προκαλεί θαυμασμό, σεβασμό και την εκτίμηση. Πληθωρικός, εργατικός και πολυτάλαντος, δόθηκε µε όλο του το είναι στην υπόθεση της λογοτεχνίας.
Έγραψε ποιήματα, πεζά, διηγήματα, δοκίμια, κριτικές βιβλίου, κινηματογράφου, θεάτρου, χρονογραφήματα, λογοτεχνική μελέτη, μετάφραση και παιδική λογοτεχνία, ενώ επιμελήθηκε εκδόσεων ποιητικών και πεζογραφικών ανθολογιών και Απάντων νεοελλήνων συγγραφέων. Στον κριτικό τομέα εντάσσονται και οι δύο κλασικές ανθολογίες ποιήσεως και πεζογραφίας, με τεράστιο γραμματολογικό πλούτο που συνοδεύει την παρουσίαση των συγγραφέων. Στον αφηγηματικό λόγο, τόσο με τις μυθιστορηματικές βιογραφίες του -είδος που πρώτος καθιέρωσε στην Ελλάδα, όσο και με τα ιστορικά και άλλα μυθιστορήματα του αναβιώνει την παράδοση της εθνικής πεζογραφίας, καλλιεργεί το πάθος για τη γενέθλια γη και διακονεί στις γηγενείς αξίες.
Συνολικά στα σαράντα χρόνια της ενασχολήσεως του με τη λογοτεχνία, ο Περάνθης συνέγραψε 43 έργα σε 56 τόμους, που αντιπροσωπεύουν 19.000 σελίδες, ενώ με τις επανεκδόσεις, οι τόμοι ανέρχονται σε 114.
«Ο Φώτης Κόντογλου, γιος του Νικόλαου Αποστολέλλη και της Δέσπως Κόντογλου, γεννήθηκε στο Αϊβαλί στις 8 Νοεμβρίου του 1895. Είχε τρία ακόμη αδέλφια: τον Γιάννη, τον Αντώνη και την Τασίτσα. Ένα χρόνο μετά έχασε τον πατέρα του — ναυτικός στο επάγγελμα — και την κηδεμονία των τεσσάρων παιδιών ανέλαβε ο θείος του, Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του. Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στο Αϊβαλί. Εκεί τελείωσε το Σχολαρχείο και το Γυμνάσιο το 1912· στο Γυμνάσιο ήταν συμμαθητής με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Στρατή Δούκα και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό Μέλισσα, από το 1911, το οποίο ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές.
Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα το 1913, στην Γ' τάξη. Το 1913–1914 έμενε με τον Στρατή Δούκα στη Νεάπολη και στην Κυψέλη και μετά με τον Παπαλουκά στην Κολοκυνθού. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργαζόταν ως ρετουσέρ στο φωτογραφείο Μπούκα και Καλιαμπέκου. Το 1914 εγκατέλειψε τη σχολή του και πήγε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Παράλληλα συνεργαζόταν με το περιοδικό Illustration και το 1916 κέρδισε το πρώτο βραβείο εικονογράφησης βιβλίου σε διαγωνισμό του περιοδικού, για αυτήν της Πείνας του Κνουτ Χάμσουν. Εργάστηκε ως τορναδόρος και ανθρακωρύχος. Το 1917 έκανε ταξίδια στην Ισπανία και την Πορτογαλία και το 1918 επέστρεψε στην Γαλλία.
Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1919, μετά τη λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Διορίστηκε καθηγητής στο Παρθεναγωγείο της πατρίδας του όπου δίδασκε γαλλικά και τεχνικά. Ίδρυσε τον πνευματικό σύλλογο Νέοι Άνθρωποι και έγινε πρόεδρος. Το 1921 επιστρατεύτηκε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το 1922 πήρε το δρόμο της προσφυγιάς με ένα καΐκι. Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όρος με πρόθεση να καλογερέψει.
Το 1923, επίσης, πραγματοποίησε μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του στη Μυτιλήνη με τον Κωνσταντίνο Μαλέα. Μετέφερε την έκθεση τον ίδιο χρόνο στην Αθήνα στην αίθουσα του Λυκείου των Ελληνίδων, παρουσιαζόμενος για πρώτη φορά ως ζωγράφος στο αθηναϊκό καλλιτεχνικό κοινό. Το 1925 εξέδωσε το περιοδικό Φιλική Εταιρία. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία. Το 1927 γεννήθηκε η μοναχοκόρη του Δέσποινα. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε τη συνεργασία του με το περιοδικό του Κωστή Μπαστιά Ελληνικά Γράμματα. Το 1933 έλαβε τελικά το πτυχίο από τη Σχολή Καλών Τεχνών - Απολυτήριον γραφικής, με βαθμό Λίαν καλώς προκειμένου να διδάξει στο Κολλέγιο Αθηνών ζωγραφική και ιστορία της τέχνης. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους: το 1931 στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, του οποίου ζωγράφισε το συντριβάνι, στο Μουσείο Κέρκυρας το 1935, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο, το 1937 και μεταξύ 1936 και 1938 κατά διαστήματα στο Μυστρά όπου καθάριζε τις τοιχογραφίες των ναών του.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ασημάκη Πανσέληνου ο Κόντογλου, «στην πολιτική το ίδιο ατζαμής, δημοκράτης, θεωρούσε τον εαυτό του κομμουνιστή παρ' όλες τις θεοκρατικές του αυταπάτες, και έβρισκε πως και τα δύο συμβιβάζονται και υποστήριζε πως ο ρούσσικος κομμουνισμός είναι έκφραση της χριστιανικής ψυχής των Ρώσων». Το καλοκαίρι του 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα δημοσιεύθηκε κείμενο διαμαρτυρίας κατά των δεξιών εξτρεμιστικών επιθέσεων σε βιβλιοπωλεία, θέατρα, εφημερίδες. Μεταξύ των διανοουμένων που υπογράφουν είναι και ο Κόντογλου. Τέλος, ο Κόντογλου δεν υπέγραψε τη «Δήλωσιν Ελλήνων Επιστημόνων, Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών» που δημοσιεύθηκε ως παράρτημα της Διακήρυξης της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων το 1946 καθώς είχε διχαστικές και εμφυλιοπολεμικές προεκτάσεις.
Το 1931 συνόδευσε τον αρχαιολόγο Αδαμάντιο Αδαμαντίου στη Σπάρτη και ήρθε έτσι σε επαφή με τη ρωμαϊκή ζωγραφική, εμπλουτίζοντας τη θεματολογία του τόσο στους φορητούς πίνακες όσο και στο μνημειακό έργο του. Το 1932 τοιχογράφησε το σπίτι του οργανώνοντας τις τοιχογραφίες κατά τη διάταξη των μεταβυζαντινών εκκλησιών, ζωγραφίζοντας τον τοίχο από την οροφή μέχρι το δάπεδο και χωρίζοντάς το με κόκκινες ταινίες σε τέσσερις άνισες ζώνες. Την ίδια περίοδο ανέλαβε να ζωγραφίσει ένα σύνολο εικόνων για το επιστύλιο της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μοναστηράκι, και σχεδίασε παράσταση του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη για την ψηφοθέτησή του στον ομώνυμο ναό της Αθήνας. Συνέθεσε προσωπογραφίες Ελλήνων (Πρεβελάκης, Εγγονόπουλος) και ξένων, Αιγυπτίων προσωπικοτήτων. Το 1935 ιστόρησε για πρώτη φορά εκκλησία, το παρεκκλήσιο της Αγίας Λουκίας στο Ρίο Πατρών στο κτήμα της οικογένειας Ζαΐμη και διακόσμησε το τέμπλο του παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, το πρώτο τέμπλο που αναλάμβανε στην Αθήνα. Το πρώτο τέμπλο εκτός Ελλάδος που δημιούργησε ήταν στην Ηλιούπολη του Καΐρου, στο παρεκκλήσιο του Σπετσαροπούλειου Ορφανοτροφείου. Την περίοδο αυτή το ταξίδι του στην Αίγυπτο τον έφερε σε επαφή με τα πορτραίτα Φαγιούμ κι αυτό αποτυπώνεται μορφολογικά σε σειρά γυναικείων πορτρέτων της περιόδου (Μαρία Κόντογλου-1945,προσωπογραφία γυναίκας-1945 και Κεφαλή γυναίκας 1951), αλλά και σε προσωπογραφίες αγίων σε στηθάρια (Παρεκκλήσι Πεσμαζόγλου, Ζωοδόχος Πηγή Παιανίας εικ. Αγίας Αικατερίνης).
Συνέχισε και ολοκλήρωσε την ιστόρηση του Αγίου Νικολάου Αχαρνών. Ζωγράφισε ιδιωτικά παρεκκλήσια όπως της οικογένειας Πατέρα στο Ψυχικό, της οικογένειας Καμπάνη στο Πικέρμι και της οικογένειας Γουλανδρή στην Εκάλη. Επίσης του Αγίου Γεωργίου Πολυκλινικής Αθηνών.
Ως πεζογράφος, με το ιδιότυπο προσωπικό ύφος του, "μπολιασμένο" από τη γλώσσα των θαλασσινών, τα συναξάρια των αγίων κι έναν εξωτικό κοσμοπολιτισμό, ο Κόντογλου επηρέασε γόνιμα τη γραφή μεταγενέστερων πεζογράφων αποτελώντας τον πρόδρομο της γενιάς του 1930.
Η γλώσσα του είναι μια λαϊκίζουσα ιδιόλεκτος με πολλά ιδιώματα της πατρίδας του στο τυπικό και στο λεξιλόγιο. Επηρεασμένος από το πνεύμα του δημοτικισμού των αρχών του αιώνα αποφεύγει λόγιες εκφράσεις και στο τυπικό του είναι εμφανείς κάποιοι ψυχαρισμοί (φχαρίστηση, ντυμασία .Μιστοκλής, Βριπίδης κλπ). Η λαϊκή γλώσσα του δεν είναι προϊόν αισθητικής προτίμησης, αλλά κρίνεται και ως κατάλληλη γλωσσική μορφή κατήχησης και να επικοινωνήσει με το μεγάλο πλήθος.
Το 1918 γράφει στο Παρίσι το ρομάντζο, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, Pedro Cazas και το τυπώνει στο Αϊβαλί το 1920. Με το δεύτερό του έργο Βασάντα, που περιέχει και μεταφράσεις αρχίζει να εδραιώνεται ως ένας ιδιότυπος πεζογράφος. Ο τόνος της αφήγησης ρεπορταζικός και περιγραφικός. Τα δύο πρώτα του έργα του κινούνται σε καθαρά λογοτεχνικούς χώρους, όμως στα επόμενα χρόνια και στα επόμενα έργα του ο Κόντογλου θα αρχίσει να αγγίζει άλλα πεδία της πεζογραφίας. Το 1925 στο περιοδικό που εκδίδει δημοσιεύει το διήγημα Το μυαλό μου ταξιδεύει (1925). Η πρώιμη αυτή πεζογραφία του δεν σχετίζεται με το παρελθόν και το παρόν της σύγχρονής του ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας, πλην ενός διηγήματος της συλλογής Βασάντα - κι αυτό εμμέσως.
Το 1934 το περιοδικό Ο Κύκλος τον συμπεριλαμβάνει σε μια ανθολογία πεζογράφων-σε αυτούς που θεωρεί ως καλύτερους της εποχής. Περιλαμβάνεται και στην ανθολόγηση του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου (Ανήσυχα χρόνια). Γενικά τη δεκαετία του 30', κι ενώ βγαίνουν τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα των μεσοπολεμικών πεζογράφων, η παρουσία του Κόντογλου είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αντίθετα η δεκαετία του 40' είναι η πιο δημιουργική στο συγγραφικό του έργο. Έχουμε τότε τους περισσότερους τίτλους βιβλίων ποικίλου περιεχομένου με έμφαση τα θρησκευτικά κείμενα.
Στην Κατοχή με το Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι προστρέχει σε πρόσωπα φανταστικά ή υπαρκτά με έντονη τη νοσταλγική του διάθεση. Ένα από τα κεντρικά θέματα της πεζογραφίας του, αν όχι το κεντρικότερο, είναι ο Ελληνισμός πριν απολέσει την επαφή του με τον Τούρκο, ή στο τέλος της Τουρκοκρατίας.
Το 1965 υποβλήθηκε σε εγχείρηση δυο λίθων από την κύστη. Τελικά πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου του 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση, ταλαιπωρημένος σωματικά και ψυχικά ύστερα από το ατύχημα που του συνέβη το 1963. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι της Νέας Μάκρης (Όρος Αμώμων). Ο Γιάννης Τσαρούχης, άλλοτε μαθητής του, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Κόντογλου, βρισκόταν στη Μυτιλήνη και ζωγράφιζε κατά τύχη έναν άγγελο.»
«Ο Φώτης Κόντογλου, γιος του Νικόλαου Αποστολέλλη και της Δέσπως Κόντογλου, γεννήθηκε στο Αϊβαλί στις 8 Νοεμβρίου του 1895. Είχε τρία ακόμη αδέλφια: τον Γιάννη, τον Αντώνη και την Τασίτσα. Ένα χρόνο μετά έχασε τον πατέρα του — ναυτικός στο επάγγελμα — και την κηδεμονία των τεσσάρων παιδιών ανέλαβε ο θείος του, Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του. Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στο Αϊβαλί. Εκεί τελείωσε το Σχολαρχείο και το Γυμνάσιο το 1912· στο Γυμνάσιο ήταν συμμαθητής με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Στρατή Δούκα και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό Μέλισσα, από το 1911, το οποίο ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές.
Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα το 1913, στην Γ' τάξη. Το 1913–1914 έμενε με τον Στρατή Δούκα στη Νεάπολη και στην Κυψέλη και μετά με τον Παπαλουκά στην Κολοκυνθού. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργαζόταν ως ρετουσέρ στο φωτογραφείο Μπούκα και Καλιαμπέκου. Το 1914 εγκατέλειψε τη σχολή του και πήγε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Παράλληλα συνεργαζόταν με το περιοδικό Illustration και το 1916 κέρδισε το πρώτο βραβείο εικονογράφησης βιβλίου σε διαγωνισμό του περιοδικού, για αυτήν της Πείνας του Κνουτ Χάμσουν. Εργάστηκε ως τορναδόρος και ανθρακωρύχος. Το 1917 έκανε ταξίδια στην Ισπανία και την Πορτογαλία και το 1918 επέστρεψε στην Γαλλία.
Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1919, μετά τη λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Διορίστηκε καθηγητής στο Παρθεναγωγείο της πατρίδας του όπου δίδασκε γαλλικά και τεχνικά. Ίδρυσε τον πνευματικό σύλλογο Νέοι Άνθρωποι και έγινε πρόεδρος. Το 1921 επιστρατεύτηκε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το 1922 πήρε το δρόμο της προσφυγιάς με ένα καΐκι. Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όρος με πρόθεση να καλογερέψει.
Το 1923, επίσης, πραγματοποίησε μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του στη Μυτιλήνη με τον Κωνσταντίνο Μαλέα. Μετέφερε την έκθεση τον ίδιο χρόνο στην Αθήνα στην αίθουσα του Λυκείου των Ελληνίδων, παρουσιαζόμενος για πρώτη φορά ως ζωγράφος στο αθηναϊκό καλλιτεχνικό κοινό. Το 1925 εξέδωσε το περιοδικό Φιλική Εταιρία. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία. Το 1927 γεννήθηκε η μοναχοκόρη του Δέσποινα. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε τη συνεργασία του με το περιοδικό του Κωστή Μπαστιά Ελληνικά Γράμματα. Το 1933 έλαβε τελικά το πτυχίο από τη Σχολή Καλών Τεχνών - Απολυτήριον γραφικής, με βαθμό Λίαν καλώς προκειμένου να διδάξει στο Κολλέγιο Αθηνών ζωγραφική και ιστορία της τέχνης. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους: το 1931 στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, του οποίου ζωγράφισε το συντριβάνι, στο Μουσείο Κέρκυρας το 1935, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο, το 1937 και μεταξύ 1936 και 1938 κατά διαστήματα στο Μυστρά όπου καθάριζε τις τοιχογραφίες των ναών του.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ασημάκη Πανσέληνου ο Κόντογλου, «στην πολιτική το ίδιο ατζαμής, δημοκράτης, θεωρούσε τον εαυτό του κομμουνιστή παρ' όλες τις θεοκρατικές του αυταπάτες, και έβρισκε πως και τα δύο συμβιβάζονται και υποστήριζε πως ο ρούσσικος κομμουνισμός είναι έκφραση της χριστιανικής ψυχής των Ρώσων». Το καλοκαίρι του 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα δημοσιεύθηκε κείμενο διαμαρτυρίας κατά των δεξιών εξτρεμιστικών επιθέσεων σε βιβλιοπωλεία, θέατρα, εφημερίδες. Μεταξύ των διανοουμένων που υπογράφουν είναι και ο Κόντογλου. Τέλος, ο Κόντογλου δεν υπέγραψε τη «Δήλωσιν Ελλήνων Επιστημόνων, Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών» που δημοσιεύθηκε ως παράρτημα της Διακήρυξης της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων το 1946 καθώς είχε διχαστικές και εμφυλιοπολεμικές προεκτάσεις.
Το 1931 συνόδευσε τον αρχαιολόγο Αδαμάντιο Αδαμαντίου στη Σπάρτη και ήρθε έτσι σε επαφή με τη ρωμαϊκή ζωγραφική, εμπλουτίζοντας τη θεματολογία του τόσο στους φορητούς πίνακες όσο και στο μνημειακό έργο του. Το 1932 τοιχογράφησε το σπίτι του οργανώνοντας τις τοιχογραφίες κατά τη διάταξη των μεταβυζαντινών εκκλησιών, ζωγραφίζοντας τον τοίχο από την οροφή μέχρι το δάπεδο και χωρίζοντάς το με κόκκινες ταινίες σε τέσσερις άνισες ζώνες. Την ίδια περίοδο ανέλαβε να ζωγραφίσει ένα σύνολο εικόνων για το επιστύλιο της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μοναστηράκι, και σχεδίασε παράσταση του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη για την ψηφοθέτησή του στον ομώνυμο ναό της Αθήνας. Συνέθεσε προσωπογραφίες Ελλήνων (Πρεβελάκης, Εγγονόπουλος) και ξένων, Αιγυπτίων προσωπικοτήτων. Το 1935 ιστόρησε για πρώτη φορά εκκλησία, το παρεκκλήσιο της Αγίας Λουκίας στο Ρίο Πατρών στο κτήμα της οικογένειας Ζαΐμη και διακόσμησε το τέμπλο του παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, το πρώτο τέμπλο που αναλάμβανε στην Αθήνα. Το πρώτο τέμπλο εκτός Ελλάδος που δημιούργησε ήταν στην Ηλιούπολη του Καΐρου, στο παρεκκλήσιο του Σπετσαροπούλειου Ορφανοτροφείου. Την περίοδο αυτή το ταξίδι του στην Αίγυπτο τον έφερε σε επαφή με τα πορτραίτα Φαγιούμ κι αυτό αποτυπώνεται μορφολογικά σε σειρά γυναικείων πορτρέτων της περιόδου (Μαρία Κόντογλου-1945,προσωπογραφία γυναίκας-1945 και Κεφαλή γυναίκας 1951), αλλά και σε προσωπογραφίες αγίων σε στηθάρια (Παρεκκλήσι Πεσμαζόγλου, Ζωοδόχος Πηγή Παιανίας εικ. Αγίας Αικατερίνης).
Συνέχισε και ολοκλήρωσε την ιστόρηση του Αγίου Νικολάου Αχαρνών. Ζωγράφισε ιδιωτικά παρεκκλήσια όπως της οικογένειας Πατέρα στο Ψυχικό, της οικογένειας Καμπάνη στο Πικέρμι και της οικογένειας Γουλανδρή στην Εκάλη. Επίσης του Αγίου Γεωργίου Πολυκλινικής Αθηνών.
Ως πεζογράφος, με το ιδιότυπο προσωπικό ύφος του, "μπολιασμένο" από τη γλώσσα των θαλασσινών, τα συναξάρια των αγίων κι έναν εξωτικό κοσμοπολιτισμό, ο Κόντογλου επηρέασε γόνιμα τη γραφή μεταγενέστερων πεζογράφων αποτελώντας τον πρόδρομο της γενιάς του 1930.
Η γλώσσα του είναι μια λαϊκίζουσα ιδιόλεκτος με πολλά ιδιώματα της πατρίδας του στο τυπικό και στο λεξιλόγιο. Επηρεασμένος από το πνεύμα του δημοτικισμού των αρχών του αιώνα αποφεύγει λόγιες εκφράσεις και στο τυπικό του είναι εμφανείς κάποιοι ψυχαρισμοί (φχαρίστηση, ντυμασία .Μιστοκλής, Βριπίδης κλπ). Η λαϊκή γλώσσα του δεν είναι προϊόν αισθητικής προτίμησης, αλλά κρίνεται και ως κατάλληλη γλωσσική μορφή κατήχησης και να επικοινωνήσει με το μεγάλο πλήθος.
Το 1918 γράφει στο Παρίσι το ρομάντζο, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, Pedro Cazas και το τυπώνει στο Αϊβαλί το 1920. Με το δεύτερό του έργο Βασάντα, που περιέχει και μεταφράσεις αρχίζει να εδραιώνεται ως ένας ιδιότυπος πεζογράφος. Ο τόνος της αφήγησης ρεπορταζικός και περιγραφικός. Τα δύο πρώτα του έργα του κινούνται σε καθαρά λογοτεχνικούς χώρους, όμως στα επόμενα χρόνια και στα επόμενα έργα του ο Κόντογλου θα αρχίσει να αγγίζει άλλα πεδία της πεζογραφίας. Το 1925 στο περιοδικό που εκδίδει δημοσιεύει το διήγημα Το μυαλό μου ταξιδεύει (1925). Η πρώιμη αυτή πεζογραφία του δεν σχετίζεται με το παρελθόν και το παρόν της σύγχρονής του ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας, πλην ενός διηγήματος της συλλογής Βασάντα - κι αυτό εμμέσως.
Το 1934 το περιοδικό Ο Κύκλος τον συμπεριλαμβάνει σε μια ανθολογία πεζογράφων-σε αυτούς που θεωρεί ως καλύτερους της εποχής. Περιλαμβάνεται και στην ανθολόγηση του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου (Ανήσυχα χρόνια). Γενικά τη δεκαετία του 30', κι ενώ βγαίνουν τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα των μεσοπολεμικών πεζογράφων, η παρουσία του Κόντογλου είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αντίθετα η δεκαετία του 40' είναι η πιο δημιουργική στο συγγραφικό του έργο. Έχουμε τότε τους περισσότερους τίτλους βιβλίων ποικίλου περιεχομένου με έμφαση τα θρησκευτικά κείμενα.
Στην Κατοχή με το Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι προστρέχει σε πρόσωπα φανταστικά ή υπαρκτά με έντονη τη νοσταλγική του διάθεση. Ένα από τα κεντρικά θέματα της πεζογραφίας του, αν όχι το κεντρικότερο, είναι ο Ελληνισμός πριν απολέσει την επαφή του με τον Τούρκο, ή στο τέλος της Τουρκοκρατίας.
Το 1965 υποβλήθηκε σε εγχείρηση δυο λίθων από την κύστη. Τελικά πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου του 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση, ταλαιπωρημένος σωματικά και ψυχικά ύστερα από το ατύχημα που του συνέβη το 1963. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι της Νέας Μάκρης (Όρος Αμώμων). Ο Γιάννης Τσαρούχης, άλλοτε μαθητής του, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Κόντογλου, βρισκόταν στη Μυτιλήνη και ζωγράφιζε κατά τύχη έναν άγγελο.»
«Ο Φώτης Κόντογλου, γιος του Νικόλαου Αποστολέλλη και της Δέσπως Κόντογλου, γεννήθηκε στο Αϊβαλί στις 8 Νοεμβρίου του 1895. Είχε τρία ακόμη αδέλφια: τον Γιάννη, τον Αντώνη και την Τασίτσα. Ένα χρόνο μετά έχασε τον πατέρα του — ναυτικός στο επάγγελμα — και την κηδεμονία των τεσσάρων παιδιών ανέλαβε ο θείος του, Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του. Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στο Αϊβαλί. Εκεί τελείωσε το Σχολαρχείο και το Γυμνάσιο το 1912· στο Γυμνάσιο ήταν συμμαθητής με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Στρατή Δούκα και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό Μέλισσα, από το 1911, το οποίο ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές.
Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα το 1913, στην Γ' τάξη. Το 1913–1914 έμενε με τον Στρατή Δούκα στη Νεάπολη και στην Κυψέλη και μετά με τον Παπαλουκά στην Κολοκυνθού. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργαζόταν ως ρετουσέρ στο φωτογραφείο Μπούκα και Καλιαμπέκου. Το 1914 εγκατέλειψε τη σχολή του και πήγε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Παράλληλα συνεργαζόταν με το περιοδικό Illustration και το 1916 κέρδισε το πρώτο βραβείο εικονογράφησης βιβλίου σε διαγωνισμό του περιοδικού, για αυτήν της Πείνας του Κνουτ Χάμσουν. Εργάστηκε ως τορναδόρος και ανθρακωρύχος. Το 1917 έκανε ταξίδια στην Ισπανία και την Πορτογαλία και το 1918 επέστρεψε στην Γαλλία.
Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1919, μετά τη λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Διορίστηκε καθηγητής στο Παρθεναγωγείο της πατρίδας του όπου δίδασκε γαλλικά και τεχνικά. Ίδρυσε τον πνευματικό σύλλογο Νέοι Άνθρωποι και έγινε πρόεδρος. Το 1921 επιστρατεύτηκε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το 1922 πήρε το δρόμο της προσφυγιάς με ένα καΐκι. Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όρος με πρόθεση να καλογερέψει.
Το 1923, επίσης, πραγματοποίησε μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του στη Μυτιλήνη με τον Κωνσταντίνο Μαλέα. Μετέφερε την έκθεση τον ίδιο χρόνο στην Αθήνα στην αίθουσα του Λυκείου των Ελληνίδων, παρουσιαζόμενος για πρώτη φορά ως ζωγράφος στο αθηναϊκό καλλιτεχνικό κοινό. Το 1925 εξέδωσε το περιοδικό Φιλική Εταιρία. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία. Το 1927 γεννήθηκε η μοναχοκόρη του Δέσποινα. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε τη συνεργασία του με το περιοδικό του Κωστή Μπαστιά Ελληνικά Γράμματα. Το 1933 έλαβε τελικά το πτυχίο από τη Σχολή Καλών Τεχνών - Απολυτήριον γραφικής, με βαθμό Λίαν καλώς προκειμένου να διδάξει στο Κολλέγιο Αθηνών ζωγραφική και ιστορία της τέχνης. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους: το 1931 στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, του οποίου ζωγράφισε το συντριβάνι, στο Μουσείο Κέρκυρας το 1935, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο, το 1937 και μεταξύ 1936 και 1938 κατά διαστήματα στο Μυστρά όπου καθάριζε τις τοιχογραφίες των ναών του.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ασημάκη Πανσέληνου ο Κόντογλου, «στην πολιτική το ίδιο ατζαμής, δημοκράτης, θεωρούσε τον εαυτό του κομμουνιστή παρ' όλες τις θεοκρατικές του αυταπάτες, και έβρισκε πως και τα δύο συμβιβάζονται και υποστήριζε πως ο ρούσσικος κομμουνισμός είναι έκφραση της χριστιανικής ψυχής των Ρώσων». Το καλοκαίρι του 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα δημοσιεύθηκε κείμενο διαμαρτυρίας κατά των δεξιών εξτρεμιστικών επιθέσεων σε βιβλιοπωλεία, θέατρα, εφημερίδες. Μεταξύ των διανοουμένων που υπογράφουν είναι και ο Κόντογλου. Τέλος, ο Κόντογλου δεν υπέγραψε τη «Δήλωσιν Ελλήνων Επιστημόνων, Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών» που δημοσιεύθηκε ως παράρτημα της Διακήρυξης της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων το 1946 καθώς είχε διχαστικές και εμφυλιοπολεμικές προεκτάσεις.
Το 1931 συνόδευσε τον αρχαιολόγο Αδαμάντιο Αδαμαντίου στη Σπάρτη και ήρθε έτσι σε επαφή με τη ρωμαϊκή ζωγραφική, εμπλουτίζοντας τη θεματολογία του τόσο στους φορητούς πίνακες όσο και στο μνημειακό έργο του. Το 1932 τοιχογράφησε το σπίτι του οργανώνοντας τις τοιχογραφίες κατά τη διάταξη των μεταβυζαντινών εκκλησιών, ζωγραφίζοντας τον τοίχο από την οροφή μέχρι το δάπεδο και χωρίζοντάς το με κόκκινες ταινίες σε τέσσερις άνισες ζώνες. Την ίδια περίοδο ανέλαβε να ζωγραφίσει ένα σύνολο εικόνων για το επιστύλιο της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μοναστηράκι, και σχεδίασε παράσταση του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη για την ψηφοθέτησή του στον ομώνυμο ναό της Αθήνας. Συνέθεσε προσωπογραφίες Ελλήνων (Πρεβελάκης, Εγγονόπουλος) και ξένων, Αιγυπτίων προσωπικοτήτων. Το 1935 ιστόρησε για πρώτη φορά εκκλησία, το παρεκκλήσιο της Αγίας Λουκίας στο Ρίο Πατρών στο κτήμα της οικογένειας Ζαΐμη και διακόσμησε το τέμπλο του παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, το πρώτο τέμπλο που αναλάμβανε στην Αθήνα. Το πρώτο τέμπλο εκτός Ελλάδος που δημιούργησε ήταν στην Ηλιούπολη του Καΐρου, στο παρεκκλήσιο του Σπετσαροπούλειου Ορφανοτροφείου. Την περίοδο αυτή το ταξίδι του στην Αίγυπτο τον έφερε σε επαφή με τα πορτραίτα Φαγιούμ κι αυτό αποτυπώνεται μορφολογικά σε σειρά γυναικείων πορτρέτων της περιόδου (Μαρία Κόντογλου-1945,προσωπογραφία γυναίκας-1945 και Κεφαλή γυναίκας 1951), αλλά και σε προσωπογραφίες αγίων σε στηθάρια (Παρεκκλήσι Πεσμαζόγλου, Ζωοδόχος Πηγή Παιανίας εικ. Αγίας Αικατερίνης).
Συνέχισε και ολοκλήρωσε την ιστόρηση του Αγίου Νικολάου Αχαρνών. Ζωγράφισε ιδιωτικά παρεκκλήσια όπως της οικογένειας Πατέρα στο Ψυχικό, της οικογένειας Καμπάνη στο Πικέρμι και της οικογένειας Γουλανδρή στην Εκάλη. Επίσης του Αγίου Γεωργίου Πολυκλινικής Αθηνών.
Ως πεζογράφος, με το ιδιότυπο προσωπικό ύφος του, "μπολιασμένο" από τη γλώσσα των θαλασσινών, τα συναξάρια των αγίων κι έναν εξωτικό κοσμοπολιτισμό, ο Κόντογλου επηρέασε γόνιμα τη γραφή μεταγενέστερων πεζογράφων αποτελώντας τον πρόδρομο της γενιάς του 1930.
Η γλώσσα του είναι μια λαϊκίζουσα ιδιόλεκτος με πολλά ιδιώματα της πατρίδας του στο τυπικό και στο λεξιλόγιο. Επηρεασμένος από το πνεύμα του δημοτικισμού των αρχών του αιώνα αποφεύγει λόγιες εκφράσεις και στο τυπικό του είναι εμφανείς κάποιοι ψυχαρισμοί (φχαρίστηση, ντυμασία .Μιστοκλής, Βριπίδης κλπ). Η λαϊκή γλώσσα του δεν είναι προϊόν αισθητικής προτίμησης, αλλά κρίνεται και ως κατάλληλη γλωσσική μορφή κατήχησης και να επικοινωνήσει με το μεγάλο πλήθος.
Το 1918 γράφει στο Παρίσι το ρομάντζο, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, Pedro Cazas και το τυπώνει στο Αϊβαλί το 1920. Με το δεύτερό του έργο Βασάντα, που περιέχει και μεταφράσεις αρχίζει να εδραιώνεται ως ένας ιδιότυπος πεζογράφος. Ο τόνος της αφήγησης ρεπορταζικός και περιγραφικός. Τα δύο πρώτα του έργα του κινούνται σε καθαρά λογοτεχνικούς χώρους, όμως στα επόμενα χρόνια και στα επόμενα έργα του ο Κόντογλου θα αρχίσει να αγγίζει άλλα πεδία της πεζογραφίας. Το 1925 στο περιοδικό που εκδίδει δημοσιεύει το διήγημα Το μυαλό μου ταξιδεύει (1925). Η πρώιμη αυτή πεζογραφία του δεν σχετίζεται με το παρελθόν και το παρόν της σύγχρονής του ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας, πλην ενός διηγήματος της συλλογής Βασάντα - κι αυτό εμμέσως.
Το 1934 το περιοδικό Ο Κύκλος τον συμπεριλαμβάνει σε μια ανθολογία πεζογράφων-σε αυτούς που θεωρεί ως καλύτερους της εποχής. Περιλαμβάνεται και στην ανθολόγηση του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου (Ανήσυχα χρόνια). Γενικά τη δεκαετία του 30', κι ενώ βγαίνουν τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα των μεσοπολεμικών πεζογράφων, η παρουσία του Κόντογλου είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αντίθετα η δεκαετία του 40' είναι η πιο δημιουργική στο συγγραφικό του έργο. Έχουμε τότε τους περισσότερους τίτλους βιβλίων ποικίλου περιεχομένου με έμφαση τα θρησκευτικά κείμενα.
Στην Κατοχή με το Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι προστρέχει σε πρόσωπα φανταστικά ή υπαρκτά με έντονη τη νοσταλγική του διάθεση. Ένα από τα κεντρικά θέματα της πεζογραφίας του, αν όχι το κεντρικότερο, είναι ο Ελληνισμός πριν απολέσει την επαφή του με τον Τούρκο, ή στο τέλος της Τουρκοκρατίας.
Το 1965 υποβλήθηκε σε εγχείρηση δυο λίθων από την κύστη. Τελικά πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου του 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση, ταλαιπωρημένος σωματικά και ψυχικά ύστερα από το ατύχημα που του συνέβη το 1963. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι της Νέας Μάκρης (Όρος Αμώμων). Ο Γιάννης Τσαρούχης, άλλοτε μαθητής του, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Κόντογλου, βρισκόταν στη Μυτιλήνη και ζωγράφιζε κατά τύχη έναν άγγελο.»
«Ο Φώτης Κόντογλου, γιος του Νικόλαου Αποστολέλλη και της Δέσπως Κόντογλου, γεννήθηκε στο Αϊβαλί στις 8 Νοεμβρίου του 1895. Είχε τρία ακόμη αδέλφια: τον Γιάννη, τον Αντώνη και την Τασίτσα. Ένα χρόνο μετά έχασε τον πατέρα του — ναυτικός στο επάγγελμα — και την κηδεμονία των τεσσάρων παιδιών ανέλαβε ο θείος του, Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του. Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στο Αϊβαλί. Εκεί τελείωσε το Σχολαρχείο και το Γυμνάσιο το 1912· στο Γυμνάσιο ήταν συμμαθητής με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Στρατή Δούκα και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό Μέλισσα, από το 1911, το οποίο ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές.
Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα το 1913, στην Γ' τάξη. Το 1913–1914 έμενε με τον Στρατή Δούκα στη Νεάπολη και στην Κυψέλη και μετά με τον Παπαλουκά στην Κολοκυνθού. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργαζόταν ως ρετουσέρ στο φωτογραφείο Μπούκα και Καλιαμπέκου. Το 1914 εγκατέλειψε τη σχολή του και πήγε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Παράλληλα συνεργαζόταν με το περιοδικό Illustration και το 1916 κέρδισε το πρώτο βραβείο εικονογράφησης βιβλίου σε διαγωνισμό του περιοδικού, για αυτήν της Πείνας του Κνουτ Χάμσουν. Εργάστηκε ως τορναδόρος και ανθρακωρύχος. Το 1917 έκανε ταξίδια στην Ισπανία και την Πορτογαλία και το 1918 επέστρεψε στην Γαλλία.
Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1919, μετά τη λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Διορίστηκε καθηγητής στο Παρθεναγωγείο της πατρίδας του όπου δίδασκε γαλλικά και τεχνικά. Ίδρυσε τον πνευματικό σύλλογο Νέοι Άνθρωποι και έγινε πρόεδρος. Το 1921 επιστρατεύτηκε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το 1922 πήρε το δρόμο της προσφυγιάς με ένα καΐκι. Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όρος με πρόθεση να καλογερέψει.
Το 1923, επίσης, πραγματοποίησε μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του στη Μυτιλήνη με τον Κωνσταντίνο Μαλέα. Μετέφερε την έκθεση τον ίδιο χρόνο στην Αθήνα στην αίθουσα του Λυκείου των Ελληνίδων, παρουσιαζόμενος για πρώτη φορά ως ζωγράφος στο αθηναϊκό καλλιτεχνικό κοινό. Το 1925 εξέδωσε το περιοδικό Φιλική Εταιρία. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία. Το 1927 γεννήθηκε η μοναχοκόρη του Δέσποινα. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε τη συνεργασία του με το περιοδικό του Κωστή Μπαστιά Ελληνικά Γράμματα. Το 1933 έλαβε τελικά το πτυχίο από τη Σχολή Καλών Τεχνών - Απολυτήριον γραφικής, με βαθμό Λίαν καλώς προκειμένου να διδάξει στο Κολλέγιο Αθηνών ζωγραφική και ιστορία της τέχνης. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους: το 1931 στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, του οποίου ζωγράφισε το συντριβάνι, στο Μουσείο Κέρκυρας το 1935, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο, το 1937 και μεταξύ 1936 και 1938 κατά διαστήματα στο Μυστρά όπου καθάριζε τις τοιχογραφίες των ναών του.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ασημάκη Πανσέληνου ο Κόντογλου, «στην πολιτική το ίδιο ατζαμής, δημοκράτης, θεωρούσε τον εαυτό του κομμουνιστή παρ' όλες τις θεοκρατικές του αυταπάτες, και έβρισκε πως και τα δύο συμβιβάζονται και υποστήριζε πως ο ρούσσικος κομμουνισμός είναι έκφραση της χριστιανικής ψυχής των Ρώσων». Το καλοκαίρι του 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα δημοσιεύθηκε κείμενο διαμαρτυρίας κατά των δεξιών εξτρεμιστικών επιθέσεων σε βιβλιοπωλεία, θέατρα, εφημερίδες. Μεταξύ των διανοουμένων που υπογράφουν είναι και ο Κόντογλου. Τέλος, ο Κόντογλου δεν υπέγραψε τη «Δήλωσιν Ελλήνων Επιστημόνων, Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών» που δημοσιεύθηκε ως παράρτημα της Διακήρυξης της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων το 1946 καθώς είχε διχαστικές και εμφυλιοπολεμικές προεκτάσεις.
Το 1931 συνόδευσε τον αρχαιολόγο Αδαμάντιο Αδαμαντίου στη Σπάρτη και ήρθε έτσι σε επαφή με τη ρωμαϊκή ζωγραφική, εμπλουτίζοντας τη θεματολογία του τόσο στους φορητούς πίνακες όσο και στο μνημειακό έργο του. Το 1932 τοιχογράφησε το σπίτι του οργανώνοντας τις τοιχογραφίες κατά τη διάταξη των μεταβυζαντινών εκκλησιών, ζωγραφίζοντας τον τοίχο από την οροφή μέχρι το δάπεδο και χωρίζοντάς το με κόκκινες ταινίες σε τέσσερις άνισες ζώνες. Την ίδια περίοδο ανέλαβε να ζωγραφίσει ένα σύνολο εικόνων για το επιστύλιο της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μοναστηράκι, και σχεδίασε παράσταση του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη για την ψηφοθέτησή του στον ομώνυμο ναό της Αθήνας. Συνέθεσε προσωπογραφίες Ελλήνων (Πρεβελάκης, Εγγονόπουλος) και ξένων, Αιγυπτίων προσωπικοτήτων. Το 1935 ιστόρησε για πρώτη φορά εκκλησία, το παρεκκλήσιο της Αγίας Λουκίας στο Ρίο Πατρών στο κτήμα της οικογένειας Ζαΐμη και διακόσμησε το τέμπλο του παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, το πρώτο τέμπλο που αναλάμβανε στην Αθήνα. Το πρώτο τέμπλο εκτός Ελλάδος που δημιούργησε ήταν στην Ηλιούπολη του Καΐρου, στο παρεκκλήσιο του Σπετσαροπούλειου Ορφανοτροφείου. Την περίοδο αυτή το ταξίδι του στην Αίγυπτο τον έφερε σε επαφή με τα πορτραίτα Φαγιούμ κι αυτό αποτυπώνεται μορφολογικά σε σειρά γυναικείων πορτρέτων της περιόδου (Μαρία Κόντογλου-1945,προσωπογραφία γυναίκας-1945 και Κεφαλή γυναίκας 1951), αλλά και σε προσωπογραφίες αγίων σε στηθάρια (Παρεκκλήσι Πεσμαζόγλου, Ζωοδόχος Πηγή Παιανίας εικ. Αγίας Αικατερίνης).
Συνέχισε και ολοκλήρωσε την ιστόρηση του Αγίου Νικολάου Αχαρνών. Ζωγράφισε ιδιωτικά παρεκκλήσια όπως της οικογένειας Πατέρα στο Ψυχικό, της οικογένειας Καμπάνη στο Πικέρμι και της οικογένειας Γουλανδρή στην Εκάλη. Επίσης του Αγίου Γεωργίου Πολυκλινικής Αθηνών.
Ως πεζογράφος, με το ιδιότυπο προσωπικό ύφος του, "μπολιασμένο" από τη γλώσσα των θαλασσινών, τα συναξάρια των αγίων κι έναν εξωτικό κοσμοπολιτισμό, ο Κόντογλου επηρέασε γόνιμα τη γραφή μεταγενέστερων πεζογράφων αποτελώντας τον πρόδρομο της γενιάς του 1930.
Η γλώσσα του είναι μια λαϊκίζουσα ιδιόλεκτος με πολλά ιδιώματα της πατρίδας του στο τυπικό και στο λεξιλόγιο. Επηρεασμένος από το πνεύμα του δημοτικισμού των αρχών του αιώνα αποφεύγει λόγιες εκφράσεις και στο τυπικό του είναι εμφανείς κάποιοι ψυχαρισμοί (φχαρίστηση, ντυμασία .Μιστοκλής, Βριπίδης κλπ). Η λαϊκή γλώσσα του δεν είναι προϊόν αισθητικής προτίμησης, αλλά κρίνεται και ως κατάλληλη γλωσσική μορφή κατήχησης και να επικοινωνήσει με το μεγάλο πλήθος.
Το 1918 γράφει στο Παρίσι το ρομάντζο, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, Pedro Cazas και το τυπώνει στο Αϊβαλί το 1920. Με το δεύτερό του έργο Βασάντα, που περιέχει και μεταφράσεις αρχίζει να εδραιώνεται ως ένας ιδιότυπος πεζογράφος. Ο τόνος της αφήγησης ρεπορταζικός και περιγραφικός. Τα δύο πρώτα του έργα του κινούνται σε καθαρά λογοτεχνικούς χώρους, όμως στα επόμενα χρόνια και στα επόμενα έργα του ο Κόντογλου θα αρχίσει να αγγίζει άλλα πεδία της πεζογραφίας. Το 1925 στο περιοδικό που εκδίδει δημοσιεύει το διήγημα Το μυαλό μου ταξιδεύει (1925). Η πρώιμη αυτή πεζογραφία του δεν σχετίζεται με το παρελθόν και το παρόν της σύγχρονής του ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας, πλην ενός διηγήματος της συλλογής Βασάντα - κι αυτό εμμέσως.
Το 1934 το περιοδικό Ο Κύκλος τον συμπεριλαμβάνει σε μια ανθολογία πεζογράφων-σε αυτούς που θεωρεί ως καλύτερους της εποχής. Περιλαμβάνεται και στην ανθολόγηση του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου (Ανήσυχα χρόνια). Γενικά τη δεκαετία του 30', κι ενώ βγαίνουν τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα των μεσοπολεμικών πεζογράφων, η παρουσία του Κόντογλου είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αντίθετα η δεκαετία του 40' είναι η πιο δημιουργική στο συγγραφικό του έργο. Έχουμε τότε τους περισσότερους τίτλους βιβλίων ποικίλου περιεχομένου με έμφαση τα θρησκευτικά κείμενα.
Στην Κατοχή με το Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι προστρέχει σε πρόσωπα φανταστικά ή υπαρκτά με έντονη τη νοσταλγική του διάθεση. Ένα από τα κεντρικά θέματα της πεζογραφίας του, αν όχι το κεντρικότερο, είναι ο Ελληνισμός πριν απολέσει την επαφή του με τον Τούρκο, ή στο τέλος της Τουρκοκρατίας.
Το 1965 υποβλήθηκε σε εγχείρηση δυο λίθων από την κύστη. Τελικά πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου του 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση, ταλαιπωρημένος σωματικά και ψυχικά ύστερα από το ατύχημα που του συνέβη το 1963. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι της Νέας Μάκρης (Όρος Αμώμων). Ο Γιάννης Τσαρούχης, άλλοτε μαθητής του, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Κόντογλου, βρισκόταν στη Μυτιλήνη και ζωγράφιζε κατά τύχη έναν άγγελο.»
Ο Φώτης Κόντογλου, γιος του Νικόλαου Αποστολέλλη και της Δέσπως Κόντογλου, γεννήθηκε στο Αϊβαλί στις 8 Νοεμβρίου του 1895. Είχε τρία ακόμη αδέλφια: τον Γιάννη, τον Αντώνη και την Τασίτσα. Ένα χρόνο μετά έχασε τον πατέρα του — ναυτικός στο επάγγελμα — και την κηδεμονία των τεσσάρων παιδιών ανέλαβε ο θείος του, Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του. Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στο Αϊβαλί. Εκεί τελείωσε το Σχολαρχείο και το Γυμνάσιο το 1912· στο Γυμνάσιο ήταν συμμαθητής με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Στρατή Δούκα και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό Μέλισσα, από το 1911, το οποίο ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές.
Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα το 1913, στην Γ' τάξη. Το 1913–1914 έμενε με τον Στρατή Δούκα στη Νεάπολη και στην Κυψέλη και μετά με τον Παπαλουκά στην Κολοκυνθού. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργαζόταν ως ρετουσέρ στο φωτογραφείο Μπούκα και Καλιαμπέκου. Το 1914 εγκατέλειψε τη σχολή του και πήγε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Παράλληλα συνεργαζόταν με το περιοδικό Illustration και το 1916 κέρδισε το πρώτο βραβείο εικονογράφησης βιβλίου σε διαγωνισμό του περιοδικού, για αυτήν της Πείνας του Κνουτ Χάμσουν. Εργάστηκε ως τορναδόρος και ανθρακωρύχος. Το 1917 έκανε ταξίδια στην Ισπανία και την Πορτογαλία και το 1918 επέστρεψε στην Γαλλία.
Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1919, μετά τη λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Διορίστηκε καθηγητής στο Παρθεναγωγείο της πατρίδας του όπου δίδασκε γαλλικά και τεχνικά. Ίδρυσε τον πνευματικό σύλλογο Νέοι Άνθρωποι και έγινε πρόεδρος. Το 1921 επιστρατεύτηκε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το 1922 πήρε το δρόμο της προσφυγιάς με ένα καΐκι. Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όρος με πρόθεση να καλογερέψει.
Το 1923, επίσης, πραγματοποίησε μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του στη Μυτιλήνη με τον Κωνσταντίνο Μαλέα. Μετέφερε την έκθεση τον ίδιο χρόνο στην Αθήνα στην αίθουσα του Λυκείου των Ελληνίδων, παρουσιαζόμενος για πρώτη φορά ως ζωγράφος στο αθηναϊκό καλλιτεχνικό κοινό. Το 1925 εξέδωσε το περιοδικό Φιλική Εταιρία. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία. Το 1927 γεννήθηκε η μοναχοκόρη του Δέσποινα. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε τη συνεργασία του με το περιοδικό του Κωστή Μπαστιά Ελληνικά Γράμματα. Το 1933 έλαβε τελικά το πτυχίο από τη Σχολή Καλών Τεχνών - Απολυτήριον γραφικής, με βαθμό Λίαν καλώς προκειμένου να διδάξει στο Κολλέγιο Αθηνών ζωγραφική και ιστορία της τέχνης. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους: το 1931 στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, του οποίου ζωγράφισε το συντριβάνι, στο Μουσείο Κέρκυρας το 1935, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο, το 1937 και μεταξύ 1936 και 1938 κατά διαστήματα στο Μυστρά όπου καθάριζε τις τοιχογραφίες των ναών του.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ασημάκη Πανσέληνου ο Κόντογλου, «στην πολιτική το ίδιο ατζαμής, δημοκράτης, θεωρούσε τον εαυτό του κομμουνιστή παρ' όλες τις θεοκρατικές του αυταπάτες, και έβρισκε πως και τα δύο συμβιβάζονται και υποστήριζε πως ο ρούσσικος κομμουνισμός είναι έκφραση της χριστιανικής ψυχής των Ρώσων». Το καλοκαίρι του 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα δημοσιεύθηκε κείμενο διαμαρτυρίας κατά των δεξιών εξτρεμιστικών επιθέσεων σε βιβλιοπωλεία, θέατρα, εφημερίδες. Μεταξύ των διανοουμένων που υπογράφουν είναι και ο Κόντογλου. Τέλος, ο Κόντογλου δεν υπέγραψε τη «Δήλωσιν Ελλήνων Επιστημόνων, Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών» που δημοσιεύθηκε ως παράρτημα της Διακήρυξης της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων το 1946 καθώς είχε διχαστικές και εμφυλιοπολεμικές προεκτάσεις.
Το 1931 συνόδευσε τον αρχαιολόγο Αδαμάντιο Αδαμαντίου στη Σπάρτη και ήρθε έτσι σε επαφή με τη ρωμαϊκή ζωγραφική, εμπλουτίζοντας τη θεματολογία του τόσο στους φορητούς πίνακες όσο και στο μνημειακό έργο του. Το 1932 τοιχογράφησε το σπίτι του οργανώνοντας τις τοιχογραφίες κατά τη διάταξη των μεταβυζαντινών εκκλησιών, ζωγραφίζοντας τον τοίχο από την οροφή μέχρι το δάπεδο και χωρίζοντάς το με κόκκινες ταινίες σε τέσσερις άνισες ζώνες. Την ίδια περίοδο ανέλαβε να ζωγραφίσει ένα σύνολο εικόνων για το επιστύλιο της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μοναστηράκι, και σχεδίασε παράσταση του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη για την ψηφοθέτησή του στον ομώνυμο ναό της Αθήνας. Συνέθεσε προσωπογραφίες Ελλήνων (Πρεβελάκης, Εγγονόπουλος) και ξένων, Αιγυπτίων προσωπικοτήτων. Το 1935 ιστόρησε για πρώτη φορά εκκλησία, το παρεκκλήσιο της Αγίας Λουκίας στο Ρίο Πατρών στο κτήμα της οικογένειας Ζαΐμη και διακόσμησε το τέμπλο του παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, το πρώτο τέμπλο που αναλάμβανε στην Αθήνα. Το πρώτο τέμπλο εκτός Ελλάδος που δημιούργησε ήταν στην Ηλιούπολη του Καΐρου, στο παρεκκλήσιο του Σπετσαροπούλειου Ορφανοτροφείου. Την περίοδο αυτή το ταξίδι του στην Αίγυπτο τον έφερε σε επαφή με τα πορτραίτα Φαγιούμ κι αυτό αποτυπώνεται μορφολογικά σε σειρά γυναικείων πορτρέτων της περιόδου (Μαρία Κόντογλου-1945,προσωπογραφία γυναίκας-1945 και Κεφαλή γυναίκας 1951), αλλά και σε προσωπογραφίες αγίων σε στηθάρια (Παρεκκλήσι Πεσμαζόγλου, Ζωοδόχος Πηγή Παιανίας εικ. Αγίας Αικατερίνης).
Συνέχισε και ολοκλήρωσε την ιστόρηση του Αγίου Νικολάου Αχαρνών. Ζωγράφισε ιδιωτικά παρεκκλήσια όπως της οικογένειας Πατέρα στο Ψυχικό, της οικογένειας Καμπάνη στο Πικέρμι και της οικογένειας Γουλανδρή στην Εκάλη. Επίσης του Αγίου Γεωργίου Πολυκλινικής Αθηνών.
Ως πεζογράφος, με το ιδιότυπο προσωπικό ύφος του, "μπολιασμένο" από τη γλώσσα των θαλασσινών, τα συναξάρια των αγίων κι έναν εξωτικό κοσμοπολιτισμό, ο Κόντογλου επηρέασε γόνιμα τη γραφή μεταγενέστερων πεζογράφων αποτελώντας τον πρόδρομο της γενιάς του 1930.
Η γλώσσα του είναι μια λαϊκίζουσα ιδιόλεκτος με πολλά ιδιώματα της πατρίδας του στο τυπικό και στο λεξιλόγιο. Επηρεασμένος από το πνεύμα του δημοτικισμού των αρχών του αιώνα αποφεύγει λόγιες εκφράσεις και στο τυπικό του είναι εμφανείς κάποιοι ψυχαρισμοί (φχαρίστηση, ντυμασία .Μιστοκλής, Βριπίδης κλπ). Η λαϊκή γλώσσα του δεν είναι προϊόν αισθητικής προτίμησης, αλλά κρίνεται και ως κατάλληλη γλωσσική μορφή κατήχησης και να επικοινωνήσει με το μεγάλο πλήθος.
Το 1918 γράφει στο Παρίσι το ρομάντζο, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, Pedro Cazas και το τυπώνει στο Αϊβαλί το 1920. Με το δεύτερό του έργο Βασάντα, που περιέχει και μεταφράσεις αρχίζει να εδραιώνεται ως ένας ιδιότυπος πεζογράφος. Ο τόνος της αφήγησης ρεπορταζικός και περιγραφικός. Τα δύο πρώτα του έργα του κινούνται σε καθαρά λογοτεχνικούς χώρους, όμως στα επόμενα χρόνια και στα επόμενα έργα του ο Κόντογλου θα αρχίσει να αγγίζει άλλα πεδία της πεζογραφίας. Το 1925 στο περιοδικό που εκδίδει δημοσιεύει το διήγημα Το μυαλό μου ταξιδεύει (1925). Η πρώιμη αυτή πεζογραφία του δεν σχετίζεται με το παρελθόν και το παρόν της σύγχρονής του ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας, πλην ενός διηγήματος της συλλογής Βασάντα - κι αυτό εμμέσως.
Το 1934 το περιοδικό Ο Κύκλος τον συμπεριλαμβάνει σε μια ανθολογία πεζογράφων-σε αυτούς που θεωρεί ως καλύτερους της εποχής. Περιλαμβάνεται και στην ανθολόγηση του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου (Ανήσυχα χρόνια). Γενικά τη δεκαετία του 30', κι ενώ βγαίνουν τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα των μεσοπολεμικών πεζογράφων, η παρουσία του Κόντογλου είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αντίθετα η δεκαετία του 40' είναι η πιο δημιουργική στο συγγραφικό του έργο. Έχουμε τότε τους περισσότερους τίτλους βιβλίων ποικίλου περιεχομένου με έμφαση τα θρησκευτικά κείμενα.
Στην Κατοχή με το Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι προστρέχει σε πρόσωπα φανταστικά ή υπαρκτά με έντονη τη νοσταλγική του διάθεση. Ένα από τα κεντρικά θέματα της πεζογραφίας του, αν όχι το κεντρικότερο, είναι ο Ελληνισμός πριν απολέσει την επαφή του με τον Τούρκο, ή στο τέλος της Τουρκοκρατίας.
Το 1965 υποβλήθηκε σε εγχείρηση δυο λίθων από την κύστη. Τελικά πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου του 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση, ταλαιπωρημένος σωματικά και ψυχικά ύστερα από το ατύχημα που του συνέβη το 1963. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι της Νέας Μάκρης (Όρος Αμώμων). Ο Γιάννης Τσαρούχης, άλλοτε μαθητής του, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Κόντογλου, βρισκόταν στη Μυτιλήνη και ζωγράφιζε κατά τύχη έναν άγγελο.
«Η Πηνελόπη Μπενάκη - Δέλτα γεννήθηκε στις 24 Απριλίου του 1874, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από τον επιχειρηματία και εθνικό ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη και την Βιργινία Χωρέμη, μέλος της ισχυρής τότε εμπορικής οικογένειας Χωρέμη της Αλεξάνδρειας. Η Πηνελόπη ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας.
Το 1925 εκδόθηκε Η ζωή του Χριστού, ενώ την ίδια χρονιά εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα της σκλήρυνσης κατά πλάκας, ασθένειας που την ταλαιπώρησε μέχρι τον θάνατό της. Το 1929 ξεκίνησε τη συγγραφή της τριλογίας Ρωμιοπούλες, η οποία τελείωσε το 1939 και είναι ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το οποίο αφηγείται σε τρεις τόμους τη ζωή της Δέσποινας Κρινά-Δαπέργολα, μιας δραστήριας γυναίκας την οποία η κοινωνία της εποχής της περιόριζε σε ένα χρυσό κλουβί. Το πρώτο βιβλίο, Το Ξύπνημα, καλύπτει γεγονότα των ετών 1895-1907, η Λάβρα καλύπτει τα έτη 1907-1909 και το Σούρουπο τα έτη 1914-1920.
Εν τω μεταξύ, εκδόθηκαν άλλα τρία μυθιστορήματά της: ο Τρελαντώνης (1932), όπου περιγράφει τις περιπέτειες του αδελφού της, όταν όλα τα αδέρφια ήρθαν από την Αίγυπτο να περάσουν το καλοκαίρι με την θεία τους (σε ένα σπίτι του Τσίλερ) στον Πειραιά, ο Μάγκας (1935), η ζωή στην Αλεξάνδρεια με τα μάτια του μικρού σκυλιού της οικογένειας, και το Στα μυστικά του Βάλτου (1937), όπου η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από την λίμνη των Γιαννιτσών κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.
Το 1941 ο Φίλιππος Δραγούμης εμπιστεύθηκε στην Δέλτα τα ημερολόγια και το αρχείο του αδελφού του, Ίωνα Δραγούμη, στα οποία η Δέλτα πρόσθεσε περίπου 1.000 χειρόγραφες σελίδες με σχόλια για το έργο του Δραγούμη. Στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα κατά την οποία τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αθήνα, η Πηνελόπη Δέλτα προσπάθησε να αυτοκτονήσει παίρνοντας δηλητήριο και τελικά έφυγε από τη ζωή πέντε ημέρες αργότερα, στις 2 Μαΐου 1941, ενώ είχαν ήδη προηγηθεί άλλες δύο απόπειρες αυτοκτονίας στο παρελθόν. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη ΣIΩΠH. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τετράγωνο η βιογραφία της, από τη Μίτση Πικραμένου, με τίτλο Η κυρία με τα μαύρα.
Το 2014 εκδόθηκε το τελευταίο της ανέκδοτο έργο Ρωμιοπούλες από τις εκδόσεις Ερμής, το οποίο παρέμενε ανέκδοτο επί 75 χρόνια. Κυκλοφόρησε με επιμέλεια του δισέγγονού της Αλέκου Π. Ζάννα.»
Η Πηνελόπη Μπενάκη - Δέλτα γεννήθηκε στις 24 Απριλίου του 1874, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από τον επιχειρηματία και εθνικό ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη και την Βιργινία Χωρέμη, μέλος της ισχυρής τότε εμπορικής οικογένειας Χωρέμη της Αλεξάνδρειας. Η Πηνελόπη ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας.
Το 1925 εκδόθηκε Η ζωή του Χριστού, ενώ την ίδια χρονιά εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα της σκλήρυνσης κατά πλάκας, ασθένειας που την ταλαιπώρησε μέχρι τον θάνατό της. Το 1929 ξεκίνησε τη συγγραφή της τριλογίας Ρωμιοπούλες, η οποία τελείωσε το 1939 και είναι ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το οποίο αφηγείται σε τρεις τόμους τη ζωή της Δέσποινας Κρινά-Δαπέργολα, μιας δραστήριας γυναίκας την οποία η κοινωνία της εποχής της περιόριζε σε ένα χρυσό κλουβί. Το πρώτο βιβλίο, Το Ξύπνημα, καλύπτει γεγονότα των ετών 1895-1907, η Λάβρα καλύπτει τα έτη 1907-1909 και το Σούρουπο τα έτη 1914-1920.
Εν τω μεταξύ, εκδόθηκαν άλλα τρία μυθιστορήματά της: ο Τρελαντώνης (1932), όπου περιγράφει τις περιπέτειες του αδελφού της, όταν όλα τα αδέρφια ήρθαν από την Αίγυπτο να περάσουν το καλοκαίρι με την θεία τους (σε ένα σπίτι του Τσίλερ) στον Πειραιά, ο Μάγκας (1935), η ζωή στην Αλεξάνδρεια με τα μάτια του μικρού σκυλιού της οικογένειας, και το Στα μυστικά του Βάλτου (1937), όπου η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από την λίμνη των Γιαννιτσών κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.
Το 1941 ο Φίλιππος Δραγούμης εμπιστεύθηκε στην Δέλτα τα ημερολόγια και το αρχείο του αδελφού του, Ίωνα Δραγούμη, στα οποία η Δέλτα πρόσθεσε περίπου 1.000 χειρόγραφες σελίδες με σχόλια για το έργο του Δραγούμη. Στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα κατά την οποία τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αθήνα, η Πηνελόπη Δέλτα προσπάθησε να αυτοκτονήσει παίρνοντας δηλητήριο και τελικά έφυγε από τη ζωή πέντε ημέρες αργότερα, στις 2 Μαΐου 1941, ενώ είχαν ήδη προηγηθεί άλλες δύο απόπειρες αυτοκτονίας στο παρελθόν. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη ΣIΩΠH. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τετράγωνο η βιογραφία της, από τη Μίτση Πικραμένου, με τίτλο Η κυρία με τα μαύρα.
Το 2014 εκδόθηκε το τελευταίο της ανέκδοτο έργο Ρωμιοπούλες από τις εκδόσεις Ερμής, το οποίο παρέμενε ανέκδοτο επί 75 χρόνια. Κυκλοφόρησε με επιμέλεια του δισέγγονού της Αλέκου Π. Ζάννα.
Ο Γεώργιος Ανδ. Μούρτος κατάγεται από τη Δαφνοσπηλιά Καρδίτσας. Είναι απόφοιτος της Σχολής Ενωμοταρχών, του κολλεγίου Southampton και του πανεπιστημίου Hull της Μ. Βρετανίας στις Διεθνείς Σχέσεις, καθώς και του μεταπτυχιακού τμήματος Σπουδών Πολέμου του πανεπιστημίου του Λονδίνου σε θέματα Στρατηγικής. Η διδακτορική του διατριβή τιτλοφορείται: "Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις: Ιδεολογία και στρατηγική σκέψη από τους Οθωμανούς μέχρι σήμερα". Υπήρξε υπότροφος του Τμήματος Μελέτης των Προβλημάτων Ειρήνης του πανεπιστημίου Όσλο-Νορβηγίας και δύο φορές του διεθνούς ιδρύματος Salzburg-Αυστρίας στις "Διεθνείς Διαπραγματεύσεις" και στη "Νέα Τάξη Πραγμάτων", αντίστοιχα. Έχει συγγράψει πληθώρα άρθρων και επιστημονικών μελετών σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, καθώς μονογραφίες και βιβλία μεταξύ των οποίων: "Η στρατηγική του ΝΑΤΟ" (1987), "Ρουμανία" (1991 και 1994), "Η Τουρκία σήμερα" (1994), "Ελλάδα και Τουρκία στην μεταψυχροπολεμική εποχή" (1997). Εξειδικεύεται στο γνωστικό τομέα της "Γεωπολιτικής" και είναι ο μελετητής που πρωτο-ανέπτυξε στη χώρα μας την έννοια των "Στρατηγικών Συμμαχιών" ως το κύριο γνώρισμα της νέας εποχής. Έχει επισκεφθεί περισσότερες από ογδόντα (80) χώρες, σε κάθε γωνιά του πλανήτη μας, αποκτώντας σαφή εικόνα των παγκόσμιων γεωπολιτικών και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων.
Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του Άδωνι Κύρου, εκδότη της εφημερίδας "Εστία" και της Δανάης Κουμάνη. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από την Οικογένεια Κύρου και αδέρφια του ήταν οι Κύρος Κύρου και Αχιλλέας Κύρου.
Ακολούθησε σταδιοδρομία στο διπλωματικό σώμα εισερχόμενος σε αυτό τον Νοέμβριο του 1923. Το 1926 ανέλαβε την διεύθυνση του γραφείο του υπουργού εξωτερικών, Ανδρέα Μιχαλακόπουλου και τον Ιανουάριο του 1928 ανέλαβε πρώτος υποπρόξενος στο Γενικό Προξενείο Κωνσταντινούπολης. Τον Ιούλιο του 1930 ανέλαβε την διεύθυνση του προξενείου Λευκωσίας, τον Φεβρουάριο του 1932 ανέλαβε δεύτερος γραμματέας στην ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο και τον Ιανουάριο του 1937 μετατέθηκε ως γραμματέας στην ελληνική πρεσβεία στο Βελιγράδι, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1939. Το 1947 τοποθετήθηκε αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην επιτροπή έρευνας του Συμβουλίου Ασφαλείας και τον ίδιο χρόνο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ μέχρι το 1953 καθώς και εκπρόσωπος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (1952 - 1953). Το 1954 ανέλαβε γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον Δεκέμβριο του 1954, και το 1956 πρέσβης της Ελλάδας στη Στοκχόλμη. Το 1964 τοποθετήθηκε πρεσβευτής στη Βόνη.
Ο Αλέξης Κύρου υπήρξε υπέρμαχος της διεθνοποίησης του Κυπριακού Ζητήματος, τακτική την οποία εφήρμοσε όταν ανέλαβε γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών στην κυβέρνηση Παπάγου. Υπό την καθοδήγησή του το κυπριακό ζήτημα κατέστη γνωστό σε χώρες που η Ελλάδα δεν είχε διπλωματικές αποστολές ενώ πέτυχε την εγγραφή του κυπριακού ζητήματος στην γενική συνέλευση του ΟΗΕ.[3] Παράλληλα αντιμετώπισε αρνητικά την βρετανική πρόσκληση για τριμερή συνάντηση μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας και Μεγάλης Βρετανίας στο Λονδίνο.
Το βιβλίο του Ελληνική εξωτερική πολιτική τιμήθηκε το 1956 από την Ακαδημία Αθηνών.
Στα πρώτα χρόνια του, ασχολήθηκε με τον μαρξισμό. Το 1960 ήταν με τη Νεολαία της ΕΔΑ και στο περιοδικό της Πανσπουδαστικής, ενώ το 1963 έκοψε τους δεσμούς του με την Αριστερά. Όταν ήταν για σπουδές στο Παρίσι γνώρισε τον Κορνήλιο Καστοριάδη ο οποίος και τον επηρέασε. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το όνομά του συνδέθηκε με την οικουμενικότητα του ελληνικού πολιτισμού και το ρεύμα της νεοορθοδοξίας.
Όταν γίνεται αναφορά στη νεορθοδοξία, το όνομά του συχνά αναφέρεται μαζί με το όνομα του καθηγητή φιλοσοφίας Χρήστου Γιανναρά. Ενώ και οι δυο χαρακτηρίζονταν νεορδόδοξοι, είναι σαφές ότι έχουν διαφορετικές αποτιμήσεις για το ρόλο του Ορθόδοξου Χριστιανισμού στο παρελθόν της Ελλάδας, αλλά αναφέρονται ως κοινές απόψεις τους (μαζί με το όνομα του Ζήσιμου Λορεντζάτου), ότι θεωρούν την μοντέρνα ελληνική ιστορία σαν μια αέναη σύγκρουση ανατολής και δύσης, ενός αντιθετικού άξονα Ανατολή-Δύση.
Από τη δεκαετία του 1990 ο Ράμφος έχει μεταβάλει τη στάση του υιοθετώντας "εκσυγχρονιστικές" θέσεις και θεωρώντας την ορθόδοξη παράδοση της Ελλάδας ανασταλτική της προόδου.
Ο Μ. Καραγάτσης (23 Ιουνίου 1908 − 14 Σεπτεμβρίου 1960) ήταν Έλληνας πεζογράφος, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της «Γενιάς του '30». Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Ροδόπουλος.
Γεννήθηκε στην Αθήνα, σε ένα γωνιακό σπίτι των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους στις 23 Ιουνίου του 1908. Ο πατέρας του, Γεώργιος Ροδόπουλος, ήταν δικηγόρος και πολιτικός, με καταγωγή από την Πάτρα, αλλά εγκατεστημένος στη Λάρισα. Η μητέρα του, Ανθή Μουλούλη καταγόταν από τον Τύρναβο. Ο συγγραφέας ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί της οικογένειας, με μεγάλη διαφορά ηλικίας από τα αδέλφια του Ροδόπη, Νίκο, Τάκη και Φωφώ. Το ψευδώνυμο Καραγάτσης προήλθε από το δέντρο φτελιά ή καραγάτσι στο εξοχικό της οικογένειάς του στη Ραψάνη της Θεσσαλίας, όπου περνούσε τα περισσότερα εφηβικά καλοκαίρια του. Εκεί συνήθιζε να διαβάζει καθισμένος κάτω από ένα καραγάτσι που βρισκόταν στον περίβολο της εκκλησίας του χωριού.
Στην εφηβική του ηλικία έγραφε ποιήματα, σύντομα όμως εγκατέλειψε την ενασχόληση με την ποίηση και στράφηκε στην πεζογραφία. Ως πεζογράφος πρωτοεμφανίστηκε το 1927 με το διήγημα «Η κυρία Νίτσα», το οποίο υποβλήθηκε στο διαγωνισμό της Νέας Εστίας και πήρε τον 3ο έπαινο. Ήταν αυτοβιογραφικό διήγημα εμπνευσμένο από τον παιδικό του έρωτα για μια εικοσάχρονη δασκάλα του στο δημοτικό σχολείο στη Λάρισα. Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν, το 1933...
Το 1958 το μοιραίο έτος της ζωής του συνυπογράφει Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων μαζί με τους Άγγελο Τερζάκη, Ηλία Βενέζη και Στρατή Μυριβήλη, το οποίο πρωτοδημοσιεύεται στην εφημερίδα Ακρόπολη. Στις 8 Νοεμβρίου του ίδιου έτους παθαίνει καρδιακή προσβολή. Η ασθένεια τον οδήγησε στη σταδιακή αποξένωσή του από τους φιλικούς κύκλους, αλλά όχι και στη διακοπή της δουλειάς του. Στις 13 Δεκέμβρη του 1960 ξεκινάει να γράφει το Δέκα (10) το οποίο δούλευε όλο το έτος μέχρι τα χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου που πεθαίνει ύστερα από πολύωρη κρίση ταχυκαρδίας.
Κηδεύεται στις 15 Σεπτεμβρίου, στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών. Στον τάφο του χαράζεται το επίγραμμα από το έργο του Το μεγάλο συναξάρι: «Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου».
23 Οκτωβρίου 2021
«Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου στις 23 Ιουλίου 1911, το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά του Κωστή Χατζηανδρέα (από την Ίμβρο) και της Περσεφόνης Σταμαράτη (με καταγωή από την Χίο). To 1917 γράφεται στην περίφημη Αμπέτειο Σχολή της πόλης, και αφού τελειώσει το δημοτικό της, θα εγγραφεί το 1923 στο εμπορικό τμήμα της σχολής για να σπουδάσει και παρά την επιθυμία του- ένα επάγγελμα.
Αποφοίτησε από τη σχολή το 1928 και αμέσως (17 χρονών) προσελήφθη στην "National Bank of Egypt", στην παλαιότερη και μεγαλύτερη τράπεζα της Αιγύπτου, αγγλικών (τότε) συμφερόντων.
Αυτήν την περίοδο επίσης, αναπτύσσεται το ενδιαφέρον του για την λογοτεχνία - ενδιαφέρον που είχε από τα παιδικά του χρόνια- και μάλιστα δημοσιεύονται οι πρώτες μεταφράσεις του ποιημάτων του Χάινε, του Αλφρέ ντε Μυσσέ και του Σίλερ, στα έγκριτα ελλαδικά περιοδικά «Οικογένεια» και «Μπουκέτο», (1927) στα οποία υπογράφει με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο.
Έχοντας εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων από το 1944 μέχρι το 1954, το 1957 γράφει σε δέκα μέρες τη νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα, που εμπνέεται από την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσερ. Ο «Μπόμπα» εκδίδεται στην Αθήνα από τον Κέδρο, κάνοντας έτσι τον Τσίρκα γνωστό στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας.
Το σημαντικότερο έργο του όμως αποτελούν οι Ακυβέρνητες πολιτείες (1960-1965), που απαρτίζεται από τρία μυθιστορήματα: τη Λέσχη, την Αριάγνη και τη Νυχτερίδα, τα οποία εισάγουν έναν τολμηρό και πειραματικό μοντερνισμό στο ελληνικό μυθιστόρημα...
Ο Τσίρκας πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου του 1980 σε ηλικία 69 ετών.»
«Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου στις 23 Ιουλίου 1911, το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά του Κωστή Χατζηανδρέα (από την Ίμβρο) και της Περσεφόνης Σταμαράτη (με καταγωή από την Χίο). To 1917 γράφεται στην περίφημη Αμπέτειο Σχολή της πόλης, και αφού τελειώσει το δημοτικό της, θα εγγραφεί το 1923 στο εμπορικό τμήμα της σχολής για να σπουδάσει και παρά την επιθυμία του- ένα επάγγελμα.
Αποφοίτησε από τη σχολή το 1928 και αμέσως (17 χρονών) προσελήφθη στην "National Bank of Egypt", στην παλαιότερη και μεγαλύτερη τράπεζα της Αιγύπτου, αγγλικών (τότε) συμφερόντων.
Αυτήν την περίοδο επίσης, αναπτύσσεται το ενδιαφέρον του για την λογοτεχνία - ενδιαφέρον που είχε από τα παιδικά του χρόνια- και μάλιστα δημοσιεύονται οι πρώτες μεταφράσεις του ποιημάτων του Χάινε, του Αλφρέ ντε Μυσσέ και του Σίλερ, στα έγκριτα ελλαδικά περιοδικά «Οικογένεια» και «Μπουκέτο», (1927) στα οποία υπογράφει με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο.
Έχοντας εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων από το 1944 μέχρι το 1954, το 1957 γράφει σε δέκα μέρες τη νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα, που εμπνέεται από την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσερ. Ο «Μπόμπα» εκδίδεται στην Αθήνα από τον Κέδρο, κάνοντας έτσι τον Τσίρκα γνωστό στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας.
Το σημαντικότερο έργο του όμως αποτελούν οι Ακυβέρνητες πολιτείες (1960-1965), που απαρτίζεται από τρία μυθιστορήματα: τη Λέσχη, την Αριάγνη και τη Νυχτερίδα, τα οποία εισάγουν έναν τολμηρό και πειραματικό μοντερνισμό στο ελληνικό μυθιστόρημα...
Ο Τσίρκας πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου του 1980 σε ηλικία 69 ετών.»
«Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου στις 23 Ιουλίου 1911, το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά του Κωστή Χατζηανδρέα (από την Ίμβρο) και της Περσεφόνης Σταμαράτη (με καταγωή από την Χίο). To 1917 γράφεται στην περίφημη Αμπέτειο Σχολή της πόλης, και αφού τελειώσει το δημοτικό της, θα εγγραφεί το 1923 στο εμπορικό τμήμα της σχολής για να σπουδάσει και παρά την επιθυμία του- ένα επάγγελμα.
Αποφοίτησε από τη σχολή το 1928 και αμέσως (17 χρονών) προσελήφθη στην "National Bank of Egypt", στην παλαιότερη και μεγαλύτερη τράπεζα της Αιγύπτου, αγγλικών (τότε) συμφερόντων.
Αυτήν την περίοδο επίσης, αναπτύσσεται το ενδιαφέρον του για την λογοτεχνία - ενδιαφέρον που είχε από τα παιδικά του χρόνια- και μάλιστα δημοσιεύονται οι πρώτες μεταφράσεις του ποιημάτων του Χάινε, του Αλφρέ ντε Μυσσέ και του Σίλερ, στα έγκριτα ελλαδικά περιοδικά «Οικογένεια» και «Μπουκέτο», (1927) στα οποία υπογράφει με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο.
Έχοντας εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων από το 1944 μέχρι το 1954, το 1957 γράφει σε δέκα μέρες τη νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα, που εμπνέεται από την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσερ. Ο «Μπόμπα» εκδίδεται στην Αθήνα από τον Κέδρο, κάνοντας έτσι τον Τσίρκα γνωστό στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας.
Το σημαντικότερο έργο του όμως αποτελούν οι Ακυβέρνητες πολιτείες (1960-1965), που απαρτίζεται από τρία μυθιστορήματα: τη Λέσχη, την Αριάγνη και τη Νυχτερίδα, τα οποία εισάγουν έναν τολμηρό και πειραματικό μοντερνισμό στο ελληνικό μυθιστόρημα...
Ο Τσίρκας πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου του 1980 σε ηλικία 69 ετών.»
Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου στις 23 Ιουλίου 1911, το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά του Κωστή Χατζηανδρέα (από την Ίμβρο) και της Περσεφόνης Σταμαράτη (με καταγωή από την Χίο). To 1917 γράφεται στην περίφημη Αμπέτειο Σχολή της πόλης, και αφού τελειώσει το δημοτικό της, θα εγγραφεί το 1923 στο εμπορικό τμήμα της σχολής για να σπουδάσει και παρά την επιθυμία του- ένα επάγγελμα.
Αποφοίτησε από τη σχολή το 1928 και αμέσως (17 χρονών) προσελήφθη στην "National Bank of Egypt", στην παλαιότερη και μεγαλύτερη τράπεζα της Αιγύπτου, αγγλικών (τότε) συμφερόντων.
Αυτήν την περίοδο επίσης, αναπτύσσεται το ενδιαφέρον του για την λογοτεχνία - ενδιαφέρον που είχε από τα παιδικά του χρόνια- και μάλιστα δημοσιεύονται οι πρώτες μεταφράσεις του ποιημάτων του Χάινε, του Αλφρέ ντε Μυσσέ και του Σίλερ, στα έγκριτα ελλαδικά περιοδικά «Οικογένεια» και «Μπουκέτο», (1927) στα οποία υπογράφει με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο.
Έχοντας εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων από το 1944 μέχρι το 1954, το 1957 γράφει σε δέκα μέρες τη νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα, που εμπνέεται από την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσερ. Ο «Μπόμπα» εκδίδεται στην Αθήνα από τον Κέδρο, κάνοντας έτσι τον Τσίρκα γνωστό στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας.
Το σημαντικότερο έργο του όμως αποτελούν οι Ακυβέρνητες πολιτείες (1960-1965), που απαρτίζεται από τρία μυθιστορήματα: τη Λέσχη, την Αριάγνη και τη Νυχτερίδα, τα οποία εισάγουν έναν τολμηρό και πειραματικό μοντερνισμό στο ελληνικό μυθιστόρημα...
Ο Τσίρκας πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου του 1980 σε ηλικία 69 ετών.
Ο Μιχάλης Δούντας του Κωνσταντίνου, Πρεσβευτής ε.τ., γεννήθηκε το 1932 στη Θεσσαλονίκη. Πτυχιούχος Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, εισήλθε στη Διπλωματική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών το 1958. Α΄ Γραμματεύς Πρεσβείας στο Τμήμα Τουρκίας - Κύπρου της Κεντρικής Υπηρεσίας. Πρόξενος στο Τορόντο Καναδά. Α΄ Γραμματεύς στην Πρεσβεία Λευκωσίας. Σύμβουλος Πρεσβείας στην Ουάσινγκτον και εν συνεχεία στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία στο ΝΑΤΟ, στις Βρυξέλλες. Αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, Διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του Πρωθυπουργού. Πρέσβης στην Κύπρο. Διευθυντής αμερικανικών και δυτικοευρωπαϊκών υποθέσεων στην Κεντρική Υπηρεσία. Πρέσβης στη Νορβηγία. Μόνιμος Αντιπρόσωπος στα Ηνωμένα Έθνη (Νέα Υόρκη). Πρέσβης στη Μόσχα, απ' όπου παραιτήθηκε (1988).
Έκτοτε αρθρογραφεί τακτικά στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, ομιλεί δε και από τηλεοράσεως επί θεμάτων εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής. Είναι νυμφευμένος με την Μαρία Ζωγράφου - Δούντα, Πρεσβευτή ε.τ.
Συλλογή επιστολών δημοτικιστών που συγκροτήθηκε από τον καθηγητή Σταμάτη Καρατζά και εκδόθηκε στον τόμο: Από την αλληλογραφία των πρώτων δημοτικιστών. 562 γράμματα των Ε. Γιαννίδη, Ι. Δραγούμη, Α. Εφταλιώτη, Κ. Παλαμά, Δ. Ταγκόπουλου, Γ. Ψυχάρη κ.ά.
Η Τερψιχόρη-Χαρά Τζαβέλλα - Evjen είναι εκπαιδευτικός, αρχαιολόγος (γεννήθηκε στον Πειραιά το 1936). Σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (πτυχίο 1959), του οποίου το 1970 αναγορεύθηκε διδάκτωρ Αρχαιολογίας. Καθηγήτρια στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων (1960-1966) και αμέσως μετά στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο ΗΠΑ (1966-1997). Έχει δώσει πολλές διαλέξεις και έχει κάνει ανακοινώσεις σε ακαδημαϊκά Ιδρύματα στην Ελλάδα, ΗΠΑ, Καναδά και Κύπρο.
Την περίοδο 1960-1968 έλαβε μέρος σε ανασκαφές που διηύθυνε ο Σπ. Μαρινάτος στα Βολιμίδια Πύλου, στην Περιστεριά και στην Μουρατιάδα Κυπαρισσίας, στα Μεταξάτα Κεφαλονιάς και στο Ακρωτήρι Θήρας. Στη συνέχεια διηύθυνε η ίδια ανασκαφές στον χώρο του πρωτοχαλκού οικισμού στις Λιθαρές Βοιωτίας (1970-1976) και στον νεολιθικό χώρο της Χαιρώνειας Βοιωτίας (1986-1989).
Είναι μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών (ισόβιο), του Αμερικανικού Αρχαιολογικού ινστιτούτου, της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, της Εταιρίας Ηλειακών Σπουδών και της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Έχει συγγράψει βιβλία αρχαιολογίας: "Τα πτερωτά όντα της Προϊστορικής Εποχής του Αιγαίου" (Αθήνα 1970), "Λιθαρές" (Αθήνα 1984), "Lithares; An Early Bronze Age Settlement in Boeotia" (Los Angeles 1985), "Χαιρώνεια" (Αθήνα 2012), "Mycenaean Pottery and Figurines, Keramopoulos excavations in Thebes" (Αθήνα 2014), καθώς και ποιητικές συλλογές: "Ποιήματα" (Αθήνα 1969), "Μαρτυρίες" (Αθήνα 1977), "Καθ' οδόν" (Αθήνα 1993), "Αποστάσεις" (Αθήνα 2005). Επίσης, έχουν δημοσιευθεί πολλά άρθρα και βιβλιοκριτικές της σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά και λογοτεχνικά περιοδικά.
Είναι σύζυγος του καθηγητή Harold Evjen και έχει ένα γιο.
("Πάπυρος-Λαρούς", Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό)
Ο Διονύσιος Σολωμός (Ζάκυνθος, 8 Απριλίου 1798 − Κέρκυρα, 9 Φεβρουαρίου 1857) ήταν Έλληνας ποιητής, πιο πολύ γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και ύστερα της Κύπρου. Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνο γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και διότι αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία, Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε το δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της. Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από το ρομαντισμό μαζί με το κλασικισμό ένα είδος μικτό, αλλά νόμιμο...»
Εκτός από τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Ο Κρητικός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτε δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».
Γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά καταγόταν από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης και ήταν γιος του Γρηγορίου Καμπούρογλου, ιδρυτή της Εθνικής σκηνής, και της λογίας Μαριάννας Σωτηριανού - Γέροντα, κόρης του Άγγελου Γέροντα. Βαφτίστηκε από τον αυλάρχη του Όθωνα, Π. Νοταρά. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1877 αναγορεύτηκε διδάκτορας.
Αρχικά εργάστηκε ως δικηγόρος και στη συνέχεια ασχολήθηκε με την ιστορική αναδίφηση και την Ιστοριογραφία με την οποία και ασχολήθηκε τελικά. Από το 1873 έως το 1881 αναλαμβάνει την αρχισυνταξία της «Εφημερίδος», του εκδότη Δημήτριου Κορομηλά. To 1881 διαφωνώντας με τον Κορομηλά, αποχωρεί από την αρχισυνταξία της εφημερίδας και ιδρύει τη δική του εφημερίδα, που την ονομάζει «Νέα Εφημερίς» ενώ το 1882 υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.
Την περίοδο 1884-1886 ήταν διευθυντής του περιοδικού «Εβδομάς». Το 1891 προσλήφθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε επιμελητής των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Την περίοδο 1904-1917 διετέλεσε διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης, αλλά το 1917 με τον νόμο περί άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων παύθηκε από τη θέση του. Το 1923 τιμήθηκε από την πολιτεία με το αριστείο γραμμάτων. Το 1927 έγινε το πρώτο δια εκλογής μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών και την περίοδο 1934-1935 χρημάτισε πρόεδρος της Ακαδημίας. Στις αρχές του 1942 ασθένησε με πνευμονία, στις 10 Φεβρουαρίου υπέστη ένα ελαφρύ εγκεφαλικό επεισόδιο και στις 21 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς πέθανε. Ήταν παντρεμένος με την Καλλιόπη Μαράτου από το 1884 και είχε τρία παιδιά: Τον Γρηγόρη, την Ελένη και την Τζένη. Στις 19 Απριλίου του 1939 έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στην πλατεία Φιλομούσου Εταιρείας στην Πλάκα.
Ο Ανδρέας Κάλβος (Απρίλιος 1792 – 3 Νοεμβρίου 1869) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, του οποίου δεν υπάρχει γνωστή απεικόνιση. Η νεοκλασικιστική του παιδεία και η ρομαντική του ψυχοσύνθεση συμπλέκουν στην ποίηση του το δραματικό με το ειδυλλιακό, το παγανιστικό με το χριστιανικό, τα αρχαιοελληνικά πρότυπα με την σύγχρονη επαναστατική επικαιρότητα, τον πουριτανισμό με τον λανθάνοντα ερωτισμό, την αυστηρότητα, τη μελαγχολία, την κλασικιστική φόρμα με το ρομαντικό περιεχόμενο, σύζευξη που είναι ορατή ακόμη και στη γλώσσα (αρχαΐζουσα με βάση δημοτική) και στη μετρική (αρχαϊκή στροφή και μέτρο που συχνά δημιουργεί, σε δεύτερο επίπεδο, δεκαπεντασύλλαβους). Ο Ανδρέας Κάλβος γίνεται γνωστός στο γαλλικό κοινό χάρη στη Γαλλίδα Juliette Lamber, τη διευθύντρια ενός γαλλικού περιοδικού όταν κάνει ένα μεγάλο λογοτεχνικό αφιέρωμα στη νεοελληνική λογοτεχνία του 19ου αιώνα από το Νεοελληνικό Διαφωτισμό έως την ένταξη της Θεσσαλίας (1790-1880) στη Nouvelle Revue το 1880.
Ο Ναπολέων Βαλλιέν γεννήθηκε στην Κέρκυρα & έζησε στην Σάμο όπου & έγραψε το βιβλίο " Φύλλα του φθινοπώρου " καθώς & άλλα έργα άπαντα σπάνια στην εύρεσή τους
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας (Λεχαινά, 12 Μαρτίου 1865 – Μαρούσι, 24 Οκτωβρίου 1922) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Υπήρξε ένας από τους τρεις μεγάλους εκπροσώπους της ηθογραφίας, μαζί με τους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Γεώργιο Βιζυηνό και ο κατ' εξοχήν εκπρόσωπος του νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία.
Ο Καρκαβίτσας ασχολήθηκε με επιτυχία με όλα τα είδη του γραπτού λόγου εκτός από θεατρικά έργα: διηγήματα, μυθιστορήματα, ποίηση, μελέτες, χρονογραφήματα, ιστορικά σημειώματα, ιστορικά ανέκδοτα, παιδικά βιβλία. Επίσης, συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του, καθώς και με εφημερίδες στις οποίες προμήθευε πλήθος άρθρα που αφορούσαν τις συνήθειες και τα γνωρίσματα των διαφόρων τόπων της Ελλάδας.
Τα πιο διάσημα έργα του είναι το μυθιστόρημα Ο ζητιάνος, και η συλλογή διηγημάτων Λόγια της πλώρης, δυο έργα με τα οποία ο Καρκαβίτσας κατέκτησε μια θέση στους κορυφαίους της νεοελληνικής πεζογραφίας. Αυτά τα δυο έργα έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε πολλές χώρες του εξωτερικού, αυτοτελώς καθώς και σε ανθολογίες νεοελληνικής πεζογραφίας.
Στρατιωτικός γιατρός στο επάγγελμα, αποστρατεύτηκε λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας — έπασχε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του από φυματίωση — το 1920, με το βαθμό του αρχίατρου. Ασχολήθηκε ενεργά και με την πολιτική ζωή του τόπου, συμμετέχοντας στο εκστρατευτικό σώμα που πήγε στην Κρήτη κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897, στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912–1913, στο Κίνημα στο Γουδί, κ.α.
Πέθανε από φυματίωση του λάρυγγα τον Οκτώβρio του 1922, στην Αθήνα, σε ηλικία 57 ετών, πικραμένος για την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας με τη Μικρασιατική καταστροφή, που την είδε να συμβαίνει λίγο πριν πεθάνει.
«Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Γιάλοβας Αιγιαλού στη Μικρά Ασία το 1912. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε απ' τον ποταμό Λουδία της μετέπειτα πατρίδας του. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές στην «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσας το 1927 και το 1928, τις οποίες υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα (Δημήτριος Βαλασιάδης). Γύρω στο 1930 δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα του στο περιοδικό «Νέα Εστία». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο του ήταν το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο Πεζογραφίας το 1938 για τη συλλογή διηγημάτων του. Τα πλοία δεν άραξαν και με τη Χρυσή Δάφνη Πανευρώπης στο Παρίσι το 1951. Επίσης τιμήθηκε και με το βραβείο «Μενέλαου Λουντέμη» που το καθιέρωσε προς τιμήν του η Ελληνική Εταιρία Λογοτεχνών και απονέμεται κάθε χρόνο στο καλύτερο πεζογράφημα του προηγούμενου έτους.
Πρόσφυγας από την Αγία Κυριακή της Γιάλοβας (Αιγιαλός) της Μικράς Ασίας μετά τον Μεγάλο Ξεριζωμό της Μικρασιατικής Καταστροφής, εγκαθίσταται με την οικογένεια του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη. Έζησε για λίγο στο κρατικό οικοτροφείο της Έδεσσας. Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεοκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Στην Δ΄ τάξη του - εξατάξιου τότε - Γυμνασίου «αποσύρθηκε» για πολιτικούς λόγους και απεβλήθη απ' όλα τα Γυμνάσια της χώρας. (Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας.)
Μέσα από συνεχείς μετακινήσεις, από την Έδεσσα σε ένα οικοτροφείο της Κοζάνης κι από εκεί στο Βόλο, ακολουθώντας κάποιο περιφερόμενο «μπουλούκι» της εποχής, φτάνει τελικά στην Αθήνα και συνδέεται στενά με τους Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να διοριστεί βιβλιοθηκάριος της «Αθηναϊκής Λέσχης» το 1938 και να ανασάνει κάπως οικονομικά. Την ίδια εποχή, η φιλία του με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Νικόλαο Βέη, θα τον βοηθήσει να παρακολουθήσει ως ακροατής μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Θα ακολουθήσουν αρκετές συγγραφικές επιτυχίες και θα γίνει μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, με πρόεδρο τότε τον Nίκο Καζαντζάκη.»
Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1915, με τα διηγήματα Κόκκινες ιστορίες. Η πρώτη περίοδος του έργου του είναι εμπνευσμένη από το παρόν ή το άμεσο παρελθόν, τη ζωή στη Μυτιλήνη και κυρίως τις εμπειρίες του από τον πόλεμο. Αποκορύφωση της έκφρασης του αντιπολεμικού πνεύματος είναι το μυθιστόρημα Η ζωή εν τάφω (1924). Αυτή η περίοδος ολοκληρώνεται το 1932 με το μυθιστόρημα Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια, βιβλίο που λογοκρίθηκε από το καθεστώς του Μεταξά.
Κατά τη δεύτερη περίοδο στράφηκε στο παρελθόν και τις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία. Τα έργα της περιόδου είναι οι νουβέλες Ο Βασίλης ο Αρβανίτης (1943), Τα παγανά (1945), Ο Παν (1946), το μυθιστόρημα Η Παναγιά η Γοργόνα (1949) και οι συλλογές διηγημάτων Το πράσινο βιβλίο (1935), Το γαλάζιο βιβλίο (1939), Το κόκκινο βιβλίο (1952) και Το βυσσινί βιβλίο (1959)
Η γενιά που γαλουχήθηκε με τους αγώνες του Ψυχάρη για την ελληνική γλώσσα, παρακολούθησε την αναγέννηση του ελληνικού έθνους με τους βαλκανικούς πολέμους και έζησε τη συντριβή της μεγάλης ιδέας με τη μικρασιατική καταστροφή. Ο Στράτης Μυριβήλης έδειξε από τα πρώτα του έργα το σύνδεσμό του με την παράδοση, από την οποία δεν αποσπάστηκε ποτέ. Συγγραφέας, δημοσιογράφος -ζούσε κυρίως από τη δημοσιογραφία- χρονογράφος, από τα πιο ζωηρά και μαχητικά πνεύματα της γενιάς του, βρέθηκε σε συνεχή επαφή με τα σύγχρονά του γεγονότα, έχοντας πάντα στο νου του τον αναγνώστη. Σε αυτή τη ζωντανή του επαφή οφείλονται κατά κύριο λόγο η ενασχόλησή του με την τρέχουσα θεματολογία και η χρησιμοποίηση γλώσσας, που κυμάνθηκε ανάμεσα στην καθαρή δημοτική και στη δημοσιογραφική μικτή. Ο λόγος του πυρετικός, διατηρούσε τη ζεστασιά και τον τόνο της προφορικής ομιλίας, πλούσιος σε εικόνες, με άφθονα λυρικά στοιχεία. Η γραφή του πληθωρική και ερεθιστική, ταλαντεύτηκε κάποτε ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον τρυφερό φυσιολατρικό λυρισμό. Το έργο του, "νησίδα γραφικής επαρχιακής ζωής μέσα στην αστοκρατούμενη πεζογραφία της γενιάς του Τριάντα" όπως έχει επισημανθεί.
Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Γιάλοβας Αιγιαλού στη Μικρά Ασία το 1912. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε απ' τον ποταμό Λουδία της μετέπειτα πατρίδας του. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές στην «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσας το 1927 και το 1928, τις οποίες υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα (Δημήτριος Βαλασιάδης). Γύρω στο 1930 δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα του στο περιοδικό «Νέα Εστία». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο του ήταν το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο Πεζογραφίας το 1938 για τη συλλογή διηγημάτων του. Τα πλοία δεν άραξαν και με τη Χρυσή Δάφνη Πανευρώπης στο Παρίσι το 1951. Επίσης τιμήθηκε και με το βραβείο «Μενέλαου Λουντέμη» που το καθιέρωσε προς τιμήν του η Ελληνική Εταιρία Λογοτεχνών και απονέμεται κάθε χρόνο στο καλύτερο πεζογράφημα του προηγούμενου έτους.
Πρόσφυγας από την Αγία Κυριακή της Γιάλοβας (Αιγιαλός) της Μικράς Ασίας μετά τον Μεγάλο Ξεριζωμό της Μικρασιατικής Καταστροφής, εγκαθίσταται με την οικογένεια του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη. Έζησε για λίγο στο κρατικό οικοτροφείο της Έδεσσας. Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεοκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Στην Δ΄ τάξη του - εξατάξιου τότε - Γυμνασίου «αποσύρθηκε» για πολιτικούς λόγους και απεβλήθη απ' όλα τα Γυμνάσια της χώρας. (Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας.)
Μέσα από συνεχείς μετακινήσεις, από την Έδεσσα σε ένα οικοτροφείο της Κοζάνης κι από εκεί στο Βόλο, ακολουθώντας κάποιο περιφερόμενο «μπουλούκι» της εποχής, φτάνει τελικά στην Αθήνα και συνδέεται στενά με τους Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να διοριστεί βιβλιοθηκάριος της «Αθηναϊκής Λέσχης» το 1938 και να ανασάνει κάπως οικονομικά. Την ίδια εποχή, η φιλία του με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Νικόλαο Βέη, θα τον βοηθήσει να παρακολουθήσει ως ακροατής μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Θα ακολουθήσουν αρκετές συγγραφικές επιτυχίες και θα γίνει μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, με πρόεδρο τότε τον Nίκο Καζαντζάκη.
Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Γιάλοβας Αιγιαλού στη Μικρά Ασία το 1912. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε απ' τον ποταμό Λουδία της μετέπειτα πατρίδας του. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές στην «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσας το 1927 και το 1928, τις οποίες υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα (Δημήτριος Βαλασιάδης). Γύρω στο 1930 δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα του στο περιοδικό «Νέα Εστία». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο του ήταν το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο Πεζογραφίας το 1938 για τη συλλογή διηγημάτων του. Τα πλοία δεν άραξαν και με τη Χρυσή Δάφνη Πανευρώπης στο Παρίσι το 1951. Επίσης τιμήθηκε και με το βραβείο «Μενέλαου Λουντέμη» που το καθιέρωσε προς τιμήν του η Ελληνική Εταιρία Λογοτεχνών και απονέμεται κάθε χρόνο στο καλύτερο πεζογράφημα του προηγούμενου έτους.
Πρόσφυγας από την Αγία Κυριακή της Γιάλοβας (Αιγιαλός) της Μικράς Ασίας μετά τον Μεγάλο Ξεριζωμό της Μικρασιατικής Καταστροφής, εγκαθίσταται με την οικογένεια του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη. Έζησε για λίγο στο κρατικό οικοτροφείο της Έδεσσας. Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεοκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Στην Δ΄ τάξη του - εξατάξιου τότε - Γυμνασίου «αποσύρθηκε» για πολιτικούς λόγους και απεβλήθη απ' όλα τα Γυμνάσια της χώρας. (Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας.)
Μέσα από συνεχείς μετακινήσεις, από την Έδεσσα σε ένα οικοτροφείο της Κοζάνης κι από εκεί στο Βόλο, ακολουθώντας κάποιο περιφερόμενο «μπουλούκι» της εποχής, φτάνει τελικά στην Αθήνα και συνδέεται στενά με τους Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να διοριστεί βιβλιοθηκάριος της «Αθηναϊκής Λέσχης» το 1938 και να ανασάνει κάπως οικονομικά. Την ίδια εποχή, η φιλία του με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Νικόλαο Βέη, θα τον βοηθήσει να παρακολουθήσει ως ακροατής μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Θα ακολουθήσουν αρκετές συγγραφικές επιτυχίες και θα γίνει μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, με πρόεδρο τότε τον Nίκο Καζαντζάκη.
Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο των γραμμάτων το 1906 με τη δημοσίευση ενός διηγήματος στο περιοδικό «Νουμάς» του Δ. Ταγκόπουλου. Το 1914 εκδόθηκαν σε βιβλίο πολεμικές εντυπώσεις και μονογραφίες που έγραψε κατά τη στρατιωτική του θητεία το 1912-13, στους Βαλκανικούς πολέμους. Ο Κόκκινος υπήρξε συγγραφέας διηγημάτων και μυθιστορημάτων ενώ ασχολήθηκε και με την ιστορία, το χρονογράφημα και την κριτική του θεάτρου και της τέχνης. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με το Ο τελευταίος, διήγημα δημοσιευμένο στο περιοδικό Νουμάς, στα 1906. Άλλα του έργα είναι: Η κυρία με το άσπρο άλογο (1922), Η μυστική φωλιά (1924), Μια τουφεκιά στο γαλάζιο νερό, Ο ίλιγγος. Επίσης έγραψε σειρά θεατρικούς διαλόγους οι οποίοι εκδόθηκαν σε τόμο το 1924 με τον τίτλο Θέατρο της ζωής. Σ' αυτόν τον τόμο περιέχονται τα έργα: Ο Οθέλλος, Ο κληρονόμος του Διαμαντή, Τα περασμένα, Ασήμαντη είδησις, Η επικίνδυνη,Τίμια γυναίκα, Όπως ο Ορέστης, Κρίνο στο φθινόπωρο, Τα δεσμά. Τα λογοτεχνικό έργο του Κόκκινου έχει ως θέμα του κυρίως τη ζωή της αθηναϊκής αστικής τάξης, καλύπτοντας τους χώρους του μυθιστορήματος και του διηγήματος, ενώ έγραψε και έργα για το θέατρο, από το οποία το μονόπρακτο Η χαμένη παραστάθηκε το 1939 από τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Παράλληλα ασχολήθηκε και με την τεχνοκριτική.
Από τη θέση του διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης, από το 1935 μέχρι και το 1954, είχε πρόσβαση σε εκτεταμένο πρωτογενές ιστορικό υλικο αλλά και σημαντική δευτερογενή βιβλιογραφία. Το 1931 έδωσε το Εισαγωγή εις την Ελληνικήν Επανάστασιν, στα πλαίσια και της εκατονταετηρίδας της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Είχε ξεκινήσει ήδη από το 1930 να δημοσιεύει, από τις στήλες της εφημερίδας Πρωΐα, κείμενα για την ιστορία του 1821. Το 1935 ολοκληρώθηκε η σύνθεση της εξάτομης ιστορίας του, έργο για το οποίο βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1933. Το 1967, λίγο μετά τον θάνατό του, εκδόθηκε η 5η και τελευταία ανανεωμένη έκδοση του εξάτομου έργου του, Η Ελληνική Επανάστασις. Τα έργα αυτά του Κόκκινου συνέβαλαν αποφασιστικά στην μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1881 και πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου 1952 στο Ρονιάκ της Γαλλίας, όπου υπάρχει ακόμα ο τάφος του. Ο πατέρας του Ευάγγελος ήταν αξιωματικός του στρατού. Τα παιδικά του χρόνια ως τα 14 του τα έζησε στη Λάρισα, όπου σώζεται η βαθμολογία του στο Γυμνάσιο όπου φοίτησε. Το 1897 γύρισε στην Αθήνα για τις σπουδές του. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου και συνεργάστηκε με την Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Σπούδασε επίσης Αισθητική και Λογοτεχνία στο Παρίσι.
Μεγάλο διάστημα της ζωής του το πέρασε στη Γαλλία. Φίλοι του εκεί ήταν ο Φρειδερίκος Μιστράλ και ο Ζαν Μορεάς. Από τον γάμο του με την Σαρλότ Λεκλέρ απέκτησε το 1917 μία κόρη, την Μαργαρίτα Σκίπη-Παννέκ. Το 1922 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων. Το 1924 διορίστηκε διευθυντής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και το 1929 γραμματέας της.
Το 1914 παρουσίασε το θεατρικό έργο «Ξεφαντώματα». Αλλά ένας ποιητής με ψυχολογικά προβλήματα ονόματι Ηλίας Κουλουβάτος θεώρησε ότι το έργο ήταν προσβλητικό για το πρόσωπό του και, στις 4 Ιουνίου 1914, πυροβόλησε τον Σκίπη έξω από, τα γραφεία της εφημερίδας «Σκριπ», όπου εργαζόταν τότε ο Σκίπης, που μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Αρεταίειο σοβαρά τραυματισμένος. Παλαιότερα, ο Κουλουβάτος είχε γράψει έργο με τίτλο «Ξεφάντωμα» και θεώρησε ότι ο Σκίπης με τα «Ξεφαντώματα» είχε στόχο να τον γελοιοποιήσει. Η δίκη του Κουλουβάτου στο Κακουργιοδικείο ήταν μια από τις σημαντικότερες φιλολογικού χαρακτήρα. Έγινε τον Φεβρουάριο του 1915 και ο δράστης αθωώθηκε λόγω ακαταλόγιστου.