Παραλαβή από θυρίδα που σε εξυπηρετεί, όλο το 24ωρο και χωρίς αναμονή.
Σε περίπτωση μη έγκαιρης παραλαβής, το δέμα επιστρέφεται στη θυρίδα που τοποθετήθηκε από τον πωλητή.
Για αποστολές προς Κύπρο, το μέγιστο βάρος ανά αποστολή είναι 6 κιλά. Στην περίπτωση που το βάρος ξεπερνάει το όριο, θα δημιουργηθούν περισσότερα από ένα δέματα.
Σταθερό κόστος αποστολής ανά δέμα.
ΕΛΤΑ
Για αποστολές εντός Ελλάδας γίνεται παραλαβή από υποκατάστημα ΕΛΤΑ.
Το βιβλίο είναι καλογραμμένο αλλά στενόχωρο και δυσάρεστο χωρίς μια κεντρική ιστορία. Παριστάνει το ηθογραφικό αλλά είναι υπερβολικό, ίσως και ψευδές στην απεικόνιση της κοινωνίας της εποχής του συγγραφέα. Ο ρεαλισμός του είναι κυνικός με μοναδική παράμετρο τον χυδαίο ερωτισμό που διαπερνά ολόκληρο το έργο του. Ίσως αυτός να προέρχεται και από απωθημένα του ίδιου του συγγραφέα. Πάντως δεν πείθει για τον ρεαλισμό των γεγονότων που παρουσιάζει σαν αντιπροσωπευτικά της ελληνικής κοινωνίας του ’60.
Η πολιτική άποψη που προωθείται στο βιβλίο, προφανώς η δική του, είναι ένας έντονος αντικομμουνισμός σε πλήρη συμφωνία με την γνώριμη κρατική προπαγάνδα της εποχής. Μας κάνει και μάθημα αντι-μαρξισμού κρατώντας μια δήθεν ουδέτερη θέση. Όπως όλοι οι αντιδραστικοί της εποχής του που προσπαθούν να παραστήσουν ότι έχουν αντικειμενικά επιχειρήματα κατά των κομμουνιστών, ενώ ουσιαστικά τρέμουν να μην χάσουν τα μικρά ή μεγάλα ταξικά τους προνόμια. Ωστόσο είναι ακραίος και φτάνει σε έντονη αντιλαϊκή ρητορική.
Κανένας από τους χαρακτήρες του δεν είναι αυτό που ονομάζουμε «καλός άνθρωπος» εκτός αν πρόκειται για κάποιον ανόητο. Οι φτωχοί παρουσιάζονται άρπαγες, κακοί και διεφθαρμένοι υπονοώντας ότι είναι άξιοι της δυστυχίας τους. Στην πραγματικότητα δεν ηθογραφεί τον λαό αλλά ένα υπαρκτό όμως ολιγομελές κουρελο-προλεταριάτο (λούμπεν) χωρίς μόρφωση, χωρίς ικανότητες και χωρίς φραγμούς (ούτε ταξικούς ούτε ηθικούς). Και αφού δημιουργήσει πρώτα αυτή την εικόνα, την αποδίδει σε ολόκληρη την φτωχολογιά της εποχής του ίσως γιατί έτσι δικαιολογείται η κακομεταχείριση του λαού από τους επικυρίαρχους αστούς. Που σκόπιμα τους συγχέει με τους μικροαστούς, όπως ο ίδιος και η οικογένειά του και συγκεκριμένα ο πατέρας του που σαν ανώτερος τραπεζικός υπάλληλος ήταν πιθανόν να ταυτίζονταν με τα αφεντικά του και ήλπιζε ότι ήταν όμοιός τους. Ο Καραγάτσης σ’ αυτό μοιάζει με τον Μπαλζάκ : οι επικρίσεις του για την ανώτερη κοινωνία της εποχής του αναδύουν ένα αίσθημα προσμονής και ζήλιας. Μια έντονη επιθυμία να ήταν και αυτός μέλος αυτής της άρχουσας τάξης και να μπορούσε να κάνει ο ίδιος όσα έμμεσα κατακρίνει στο βιβλίο του. Αν ζούσε και αυτός στην Γαλλία του 19ου αιώνα είναι πιθανό να κολλούσε ένα «ντε» μπροστά από το όνομά του, όπως ο Μπαλζάκ.
Το ύφος του διηγήματος είναι νεφελώδες, η ιστορία ασαφής με συνεχή μπρος-πίσω στον χρόνο. Οι χαρακτήρες δεν αναγνωρίζονται εύκολα πράγμα που κάνει την υπόθεση δυσνόητη. Ολόκληρο το κείμενο έχει συνεχή ξεσπάσματα κακίας κατά της λαϊκής εξουσίας και των κομμουνιστών και πιθανότατα για αυτό απέκτησε αναγνώριση στην Δύση. Ακόμα και στο μπερδεμένο, παρεμβαλλόμενο θεατρικό με θέμα την έρευνα για κάποιον φόνο. Εκεί παρουσιάζει σαν κύριο κίνητρο αριστερών Γιουγκοσλάβων ανταρτών (το μεγαλύτερο αντάρτικο κίνημα κατά των Γερμανών στην Ευρώπη και από παλιά ανταγωνιστών των Αλβανών) για την δίκη και την εκτέλεση κάποιου, απλώς την «μαύρη ζήλια».
Ωστόσο, οι θρηνωδίες του Κανταρέ για το καθεστώς του πρώην βασιλιά Ζέγκου είναι γελοίες. Δεν αφορούν κανένα λαϊκό ήρωα. Είναι ένας γόνος Οθωμανών κοτζαμπάσηδων που εκμεταλλεύτηκε τους Βαλκανικού πολέμους για να γίνει αρχηγός του κράτους, αυτοανακυρήχθηκε βασιλιάς (χωρίς να αναγνωριστεί από καμία κυβέρνηση της Ευρώπης) και κυβέρνησε δικτατορικά σχεδόν σαν αρχηγός συμμορίας μέχρι την εκδίωξή του από τους Ιταλούς το 1939. Αυτά δεν εμποδίζουν τον συγγραφέα να γράψει για τους κομμουνιστές ότι τα «ανακριτικά γραφεία έσταζαν αίμα» ενώ παρομοιάζει την δικτατορία του προλεταριάτου με τον «καρκίνο». Προφανώς σε σύγκριση με το προηγούμενο αγγελικό καθεστώς. Γράφει ότι «οι χειροπέδες είναι δικές σας, εμείς τα όνειρα έχουμε»! Δεν ξέρει τίποτα για τους αιώνες με τις αλυσίδες, τις κρεμάλες, τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις. Για τα κλουβιά, τις φυλακές, τα υπόγεια των μεγάρων, των πύργων των αρχόντων, των συγγενών του βασιλιά, των «ευγενών», των επικυρίαρχων Τούρκων. Εκτός αν αυτά ακριβώς είναι τα «όνειρα που έχει» και ο ίδιος ο συγγραφέας. Στενοχωριέται για τα χαμένα «παλάτια του βασιλιά και των πριγκιπισσών». Θέλει να λυπηθούμε την Λίντα που «της είχαν υφαρπάξει το σπίτι, τα κτήματα, τα κοσμήματα» και θα μπορούσε να καταλήξει «δασκάλα δημοτικού» (!) ή ακόμα χειρότερα «αρμέχτρα συνεταιρισμού» (!). Τι υποβιβασμός, και μάλιστα χωρίς κοσμήματα !
Το βιβλίο είναι τελικά ένα από τα πιο κακογραμμένα, στρατευμένα αντικομμουνιστικά κείμενα που κυκλοφόρησαν χωρίς κανένα άξιο λόγου λογοτεχνικό περιεχόμενο
12 φανταστικές αλλά ρεαλιστικές ιστορίες για θαυμαστά γεγονότα που ωστόσο θα μπορούσαν να συμβούν. Το κοινό σημείο όλων τους είναι η παρουσίαση κάποιων από τις τόσες ευχάριστες πλευρές της ζωής. Αυτές που τόσο πολύ έχουμε συνηθίσει να αγνοούμε στις μέρες μας.