Το βιβλίο αυτό το αγόρασα από ένα μπαζάρ φιλανθρωπικού σωματείου, οπότε ένοιωθα πολύ καλά για την πράξη μου και έτσι το ξεκίνησα και με πολύ ευχάριστη διάθεση. Δυστυχώς πολύ γρήγορα απογοητεύτηκα. Όσο προχωρούσα τόσο χειρότερο γινόταν. Κατάφερα με δυσκολία να το τελειώσω και φυσικά προς το τέλος σχεδόν το προσπερνούσα, έχοντας καταλάβει ότι οι επιθετικοί προσδιορισμοί που στόλιζαν το κείμενο ήταν απλά λεκτικά «φτιασίδια» που απλά διόγκωναν τις προτάσεις χωρίς να προσφέρουν καμία ουσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η «καλολαδωμένη κλειδαριά» με το «καλολαδωμένη» να μην έχει κανένα λόγο να αναφέρεται.
Ενοχλητικά ήταν επίσης τα λάθη του κειμένου. Το «μπουρμπουάρ» ήταν ένα από αυτά (είναι πουρμπουάρ) και η αλλαγή της ώρας η οποία κατά το βιβλίο γίνεται «κάθε Σεπτέμβριο» και όχι Οκτώβριο που είναι το σωστό. Επίσης το βιβλίο υποτίθεται ότι είναι τοποθετημένο στην Αθήνα, όμως τα σημεία στα οποία διαδραματίζεται είναι ανύπαρκτα, όπως για παράδειγμα ο ημιτελής ουρανοξύστης. Πού έχει η Αθήνα ημιτελή ουρανοξύστη. Ή μάλλον πού έχει η Αθήνα ουρανοξύστη γενικώς, με εξαίρεση τον Πύργο των Αθηνών; Η απάντηση είναι πουθενά, διότι απαγορεύονται οι ουρανοξύστες, ώστε να μην κρύψουν την θέα προς την Ακρόπολη.
Τέλος ενοχλήθηκα πάρα πολύ από τα «κάθε λογής» (έκφραση που πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον 30 φορές μέσα στο κείμενο) στερεότυπα τα οποία μεταδίδονται. Οι κακοί δημοσιογράφοι και η κακή τηλεόραση ήταν δύο από αυτά. Η δε λύση του όλου πράγματος είναι επιεικώς αστεία και θα έλεγα παιδική. Το κακό είναι πρασινοκίτρινο και το καλό είναι λευκό φωτοστέφανο. Το γιατί είναι έτσι δεν εξηγείται πουθενά και δεν εδράζεται πουθενά. Κάπου βέβαια διάβασα, ότι το βιβλίο απευθυνόταν σε νέους, δεν κατάλαβα όμως από πού κι ως πού ένα βιβλίο για νέους πρέπει να είναι απλοϊκό.
Κρίμα!
Ενοχλητικά ήταν επίσης τα λάθη του κειμένου. Το «μπουρμπουάρ» ήταν ένα από αυτά (είναι πουρμπουάρ) και η αλλαγή της ώρας η οποία κατά το βιβλίο γίνεται «κάθε Σεπτέμβριο» και όχι Οκτώβριο που είναι το σωστό. Επίσης το βιβλίο υποτίθεται ότι είναι τοποθετημένο στην Αθήνα, όμως τα σημεία στα οποία διαδραματίζεται είναι ανύπαρκτα, όπως για παράδειγμα ο ημιτελής ουρανοξύστης. Πού έχει η Αθήνα ημιτελή ουρανοξύστη. Ή μάλλον πού έχει η Αθήνα ουρανοξύστη γενικώς, με εξαίρεση τον Πύργο των Αθηνών; Η απάντηση είναι πουθενά, διότι απαγορεύονται οι ουρανοξύστες, ώστε να μην κρύψουν την θέα προς την Ακρόπολη.
Τέλος ενοχλήθηκα πάρα πολύ από τα «κάθε λογής» (έκφραση που πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον 30 φορές μέσα στο κείμενο) στερεότυπα τα οποία μεταδίδονται. Οι κακοί δημοσιογράφοι και η κακή τηλεόραση ήταν δύο από αυτά. Η δε λύση του όλου πράγματος είναι επιεικώς αστεία και θα έλεγα παιδική. Το κακό είναι πρασινοκίτρινο και το καλό είναι λευκό φωτοστέφανο. Το γιατί είναι έτσι δεν εξηγείται πουθενά και δεν εδράζεται πουθενά. Κάπου βέβαια διάβασα, ότι το βιβλίο απευθυνόταν σε νέους, δεν κατάλαβα όμως από πού κι ως πού ένα βιβλίο για νέους πρέπει να είναι απλοϊκό.
Κρίμα!